ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ ΧΩΡΙΟ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ,με κατοίκους εργατικούς , φιλόξενους , τίμιους και προοδευτικούς.-

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΑΥΛΟΥ -

~ * * Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ :

Καλαμάτα



~~ ** ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΑΥΛΟΥ :
~ ** ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β!

Κεφάλαιον Α!.

Στίχοι 1-12. Ο Παύλος ευχαριστεί τον Θεόν δια τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης και προσεύχεται δι’ αυτούς.

Β΄ΘσΑ-1. Παύλος και Σιλουανός και Τιμόθεος τη εκκλησία Θεσσαλονικέων εν Θεώ πατρί ημών και Κυρίω Ιησού Χριστώ.
Β΄ΘσΑ-2. χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού.
Β΄ΘσΑ-3. Ευχαριστείν οφείλομεν τω Θεώ πάντοτε περί υμών, αδελφοί, καθώς άξιον εστίν, ότι υπεραυξάνει η πίστις υμών και πλεονάζει η αγάπη ενός εκάστου πάντων υμών εις αλλήλους,
Β΄ΘσΑ-4. ώστε ημάς αυτούς εν υμίν καυχάσθαι εν ταις εκκλησίαις του Θεού υπέρ της υπομονής υμών και πίστεως εν πάσι τοις διωγμοίς υμών και ταις θλίψεσιν αις ανέχεσθε,
Β΄ΘσΑ-5. ένδειγμα της δικαίας κρίσεως του Θεού, εις το καταξιωθήναι υμάς της βασιλείας του Θεού, υπέρ ης και πάσχετε,
Β΄ΘσΑ-6. είπερ δίκαιον παρά Θεώ ανταποδούναι τοις θλίβουσιν υμάς θλίψιν
Β΄ΘσΑ-7. και υμίν τοις θλιβομένοις άνεσιν μεθ’ ημών εν τη αποκαλύψει του Κυρίου Ιησού απ’ ουρανού μετ’ αγγέλων δυνάμεως αυτού
Β΄ΘσΑ-8. εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσι Θεόν και τοις μη υπακούουσι τω ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
Β΄ΘσΑ-9. οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού,
Β΄ΘσΑ-10. όταν έλθη ενδοξασθήναι εν τοις αγίοις αυτού και θαυμασθήναι εν πάσι τοις πιστεύσασιν, ότι επιστεύθη το μαρτύριον ημών εφ’ υμάς, εν τη ημέρα εκείνη.
Β΄ΘσΑ-11. εις ο και προσευχόμεθα πάντοτε περί υμών, ίνα υμάς αξιώση της κλήσεως ο Θεός ημών και πληρώση πάσαν ευδοκίαν αγαθωσύνης και έργον πίστεως εν δυνάμει,
Β΄ΘσΑ-12. όπως ενδοξασθή το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν υμίν, και υμείς εν αυτώ, κατά την χάριν του Θεού ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι1-12. Ο αντίχριστος και το τέλος του κόσμου. Τι θα προηγηθή της Δευτέρας παρουσίας.

Β΄ΘσΒ-1. Ερωτώμεν δε υμάς, αδελφοί, υπέρ της παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ημών επισυναγωγής έπ' αυτόν,
Β΄ΘσΒ-2. εις το μη ταχέως σαλευθήναι υμάς από του νοός μήτε θροείσθαι μήτε δια πνεύματος μήτε δια λόγου μήτε δι’ επιστολής ως δι’ ημών, ως ότι ενέστηκεν η ημέρα του Χριστού.
Β΄ΘσΒ-3. μη τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον. ότι εάν μη έλθη η αποστασία πρώτον και αποκαλυφθή ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της απωλείας.
Β΄ΘσΒ-4. ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού ως Θεόν καθίσαι, αποδεικνύντα εαυτόν ότι εστί Θεός.
Β΄ΘσΒ-5. Ου μνημονεύετε ότι έτι ων προς υμάς ταύτα έλεγον υμίν;
Β΄ΘσΒ-6. και νυν το κατέχον οίδατε, εις το αποκαλυφθήναι αυτόν εν τω εαυτού καιρώ.
Β΄ΘσΒ-7. το γαρ μυστήριον ήδη ενεργείται της ανομίας, μόνον ο κατέχων άρτι έως εκ μέσου γένηται.
Β΄ΘσΒ-8. και τότε αποκαλυφθήσεται ο άνομος, ον ο Κύριος αναλώσει τω πνεύματι του στόματος αυτού και καταργήσει τη επιφανεία της παρουσίας αυτού.
Β΄ΘσΒ-9. ου έστιν η παρουσία κατ’ ενέργειαν του σατανά εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασι ψεύδους
Β΄ΘσΒ-10. και εν πάση απάτη της αδικίας εν τοις απολλυμένοις, ανθ’ ων την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς.
Β΄ΘσΒ-11. και δια τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει,
Β΄ΘσΒ-12. ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ’ ευδοκήσαντες εν τη αδικία.

Στίχοι 13-17. Λόγοι ενισχύσεως και προτροπής.

Β΄ΘσΒ-13. Ημείς δε οφείλομεν ευχαριστείν τω Θεώ πάντοτε περί υμών, αδελφοί ηγαπημένοι υπό Κυρίου, ότι είλετο υμάς ο Θεός απ’ αρχής εις σωτηρίαν εν αγιασμώ Πνεύματος και πίστει αληθείας,
Β΄ΘσΒ-14. εις ο εκάλεσεν υμάς δια του ευαγγελίου ημών εις περιποίησιν δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Β΄ΘσΒ-15. Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών.
Β΄ΘσΒ-16. Αυτός δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και ο Θεός και πατήρ ημών, ο αγαπήσας ημάς και δους παράκλησιν αιωνίαν και ελπίδα αγαθήν εν χάριτι,
Β΄ΘσΒ-17. παρακαλέσαι υμών τας καρδίας και στηρίξαι υμάς εν παντί λόγω και έργω αγαθώ.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-5. Ζητεί τας προσευχάς των.

Β΄ΘσΓ-1. Το λοιπόν προσεύχεσθε, αδελφοί, περί ημών, ίνα ο λόγος του Κυρίου τρέχη και δοξάζηται, καθώς και προς υμάς,
Β΄ΘσΓ-2. και ίνα ρυσθώμεν από των ατόπων και πονηρών ανθρώπων. ου γαρ πάντων η πίστις.
Β΄ΘσΓ-3. πιστός δε έστιν ο Κύριος, ος στηρίξει υμάς και φυλάξει από του πονηρού.
Β΄ΘσΓ-4. Πεποίθαμεν δε εν Κυρίω εφ’ υμάς ότι α παραγγέλλομεν υμίν και ποιείτε και ποιήσετε.
Β΄ΘσΓ-5. Ο δε Κύριος κατευθύναι υμών τας καρδίας εις την αγάπην του Θεού και εις την υπομονήν του Χριστού.

Στίχοι 6-18. Προτροπαί και εντολαί δια τους αέργους.

Β΄ΘσΓ-6. Παραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παράδοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών.
Β΄ΘσΓ-7. αυτοί γαρ οίδατε πώς δει μιμείσθαι ημάς, ότι ουκ ητακτήσαμεν εν υμίν,
Β΄ΘσΓ-8. ουδέ δωρεάν άρτον εφάγομεν παρά τινός, αλλ’ εν κόπω και μόχθω, νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι, προς το μη επιβαρήσαι τινά υμών.
Β΄ΘσΓ-9. ουχ ότι ουκ έχομεν εξουσίαν, αλλ’ ίνα εαυτούς τύπον δώμεν υμίν εις το μιμείσθαι ημάς.
Β΄ΘσΓ-10. και γαρ ότε ήμεν προς υμάς, τούτο παρηγγέλλομεν υμίν, ότι ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω.
Β΄ΘσΓ-11. ακούομεν γαρ τινάς περιπατούντας εν υμίν ατάκτως, μηδέν εργαζομένους, αλλά περιεργαζομένους.
Β΄ΘσΓ-12. τοις δε τοιούτους παραγγέλλομεν και παρακαλούμεν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα μετά ησυχίας εργαζόμενοι τον εαυτών άρτον εσθίωσιν.
Β΄ΘσΓ-13. Υμείς δε, αδελφοί, μη εκκακήσητε καλοποιούντες.
Β΄ΘσΓ-14. ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών δια της επιστολής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εντραπή.
Β΄ΘσΓ-15. και μη ως εχθρόν ηγείσθε, αλλά νουθετείτε ως αδελφόν.
Β΄ΘσΓ-16. Αυτός δε ο Κύριος της ειρήνης δώη υμίν την ειρήνην δια παντός εν παντί τρόπω. Ο Κύριος μετά πάντων υμών.
Β΄ΘσΓ-17. Ο ασπασμός τη εμή χειρί Παύλου, ο έστι σημείον εν πάση επιστολή. ούτω γράφω.
Β΄ΘσΓ-18. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών. αμήν.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α!

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι1-4. Ο Παύλος υπενθυμίζει εις τον Τιμόθεον παραγγελίαν την οποίαν του είχε δώσει.

Α΄ΤμΑ1. Παύλος απόστολος Ιησού Χριστού κατ’ επιταγήν Θεού σωτήρος ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού της ελπίδος ημών,
Α΄ΤμΑ2. Τιμοθέω γνησίω τέκνω εν πίστει. χάρις, έλεος, ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών.
Α΄ΤμΑ3. Καθώς παρεκάλεσα σε προσμείναι εν Εφέσω, πορευόμενος εις Μακεδονίαν, ίνα παραγγείλης τισί μη ετεροδιδασκαλείν
Α΄ΤμΑ4. μηδέ προσέχειν μύθοις και γενεαλογίαις απεράντοις, αίτινες ζητήσεις παρέχουσι μάλλον ή οικονομίαν Θεού την εν πίστει.

Στίχοι 5-11. Οι ψευδοδιδάσκαλοι της Εφέσου δεν εννοούν ούτε τον νόμον, ούτε το Ευαγγέλιον.

Α΄ΤμΑ5. το δε τέλος της παραγγελίας εστίν αγάπη εκ καθαράς καρδίας και συνειδήσεως αγαθής και πίστεως ανυποκρίτου,
Α΄ΤμΑ6. ων τινές αστοχήσαντες εξετράπησαν εις ματαιολογίαν,
Α΄ΤμΑ7. θέλοντες είναι νομοδιδάσκαλοι, μη νοούντες μήτε α λέγουσι μήτε περί τίνων διαβεβαιούνται.
Α΄ΤμΑ8. Οίδαμεν δε ότι καλός ο νόμος, εάν τις αυτώ νομίμως χρήται,
Α΄ΤμΑ9. ειδώς τούτο, ότι δικαίω νόμος ου κείται, ανόμοις δε και ανυποτάκτοις, ασεβέσι και αμαρτωλοίς, ανοσίοις και βεβήλοις, πατρολώαις και μητρολώαις, ανδροφόνοις,
Α΄ΤμΑ10. πόρνοις, αρσενοκοίταις, ανδραποδισταίς, ψεύσταις, επιόρκοις, και ει τι έτερον τη υγιαινούση διδασκαλία αντίκειται,
Α΄ΤμΑ11. κατά το ευαγγέλιον της δόξης του μακαρίου Θεού ο επιστεύθην εγώ.

Στίχοι 12-17. Εις τον Παύλον εξεδηλώθη το θείον έλεος.

Α΄ΤμΑ12. Και χάριν έχω τω ενδυναμώσαντι με Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ότι πιστόν με ηγήσατο, θέμενος εις διακονίαν
Α΄ΤμΑ13. τον πρότερον όντα βλάσφημον και διώκτην και υβριστήν. αλλ’ ηλεήθην, ότι αγνοών εποίησα εν απιστία,
Α΄ΤμΑ14. υπερεπλεόνασε δε η χάρις του Κυρίου ημών μετά πίστεως και αγάπης της εν Χριστώ Ιησού.
Α΄ΤμΑ15. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος, ότι Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ.
Α΄ΤμΑ16. αλλά δια τούτο ηλεήθην, ίνα εν εμοί πρώτω ενδείξηται Ιησούς Χριστός την πάσαν μακροθυμίαν, προς υποτύπωσιν των μελλόντων πιστεύειν επ' αυτώ εις ζωήν αιώνιον.
Α΄ΤμΑ17. Τω δε βασιλεί των αιώνων, αφθάρτω, αοράτω, μόνω σοφώ Θεώ, τιμή και δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
Στίχοι 18-20. Προτρέπει τον Τιμόθεον να αγωνίζεται τον καλόν αγώνα.

Α΄ΤμΑ18. Ταύτην την παραγγελίαν παρατίθεμαι σοι, τέκνον Τιμόθεε. κατά τας προαγούσας επί σε προφητείας, ίνα στρατεύη εν αυταίς την καλήν στρατείαν,
Α΄ΤμΑ19. έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν, ην τινές απωσάμενοι περί την πίστιν εναυάγησαν.
Α΄ΤμΑ20. ων έστιν Υμέναιος και Αλέξανδρος, ους παρέδωκα τω σατανά, ίνα παιδευθώσι μη βλασφημείν.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι 1-10. Οδηγίαι δια την προσευχήν.

Α΄ΤμΒ1. Παρακαλώ ουν πρώτον πάντων ποιείσθαι δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις, ευχαριστίας, υπέρ πάντων ανθρώπων,
Α΄ΤμΒ2. υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων, ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι.
Α΄ΤμΒ3. τούτο γαρ καλόν και απόδεκτον ενώπιον του σωτήρος ημών Θεού,
Α΄ΤμΒ4. ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν.
Α΄ΤμΒ5. εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς,
Α΄ΤμΒ6. ο δους εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων, το μαρτύριον καιροίς ιδίοις,
Α΄ΤμΒ7. εις ο ετέθην εγώ κήρυξ και απόστολος, ---- αλήθειαν λέγω εν Χριστώ, ου ψεύδομαι, ---- διδάσκαλος εθνών εν πίστει και αληθεία.
Α΄ΤμΒ8. Βούλομαι ουν προσεύχεσθαι τους άνδρας εν παντί τόπω, επαίροντας οσίους χείρας χωρίς οργής και διαλογισμού.
Α΄ΤμΒ9. ωσαύτως και τας γυναίκας εν καταστολή κοσμίω, μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς, μη εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί,
Α΄ΤμΒ10. αλλ’ ο πρέπει γυναιξίν επαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι’ έργων αγαθών.

Στίχοι 11-15. Απαγορεύει εις τας γυναίκας να ομιλούν εις τας δημοσίας συναθροίσεις των πιστών.

Α΄ΤμΒ11. Γυνή εν ησυχία μανθανέτω εν πάση υποταγή.
Α΄ΤμΒ12. γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός, αλλ’ είναι εν ησυχία.
Α΄ΤμΒ13. Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα.
Α΄ΤμΒ14. και Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονε.
Α΄ΤμΒ15. σωθήσεται δε δια της τεκνογονίας, εάν μείνωσιν εν πίστει και αγάπη και αγιασμώ μετά σωφροσύνης.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-7. Τα προσόντα των επισκόπων.

Α΄ΤμΓ1. Πιστός ο λόγος. ει τις επισκοπής ορέγεται, καλού έργου επιθυμεί.
Α΄ΤμΓ2. δει ουν τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι, μιας γυναικός άνδρα, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν,
Α΄ΤμΓ3. μη πάροινον, μη πλήκτην, μη αισχροκερδή, αλλ’ επιεική, άμαχον, αφιλάργυρον,
Α΄ΤμΓ4. του ιδίου οίκου καλώς προϊστάμενον, τέκνα έχοντα εν υποταγή μετά πάσης σεμνότητος.
Α΄ΤμΓ5.---ει δε τις του ιδίου οίκου προστήναι ουκ οίδε, πώς εκκλησίας Θεού επιμελήσεται;---
Α΄ΤμΓ6. μη νεόφυτον, ίνα μη τυφωθείς εις κρίμα εμπέση του διαβόλου.
Α΄ΤμΓ7. δει δε αυτόν και μαρτυρίαν καλήν έχειν από των έξωθεν, ίνα μη εις ονειδισμόν εμπέση και παγίδα του διαβόλου.

Στίχοι 8-13. Τα προσόντα των διακόνων και των διακονισσών.

Α΄ΤμΓ8. Διακόνους ωσαύτως σεμνούς, μη διλόγους, μη οίνω πολλώ προσέχοντας, μη αισχροκερδείς,
Α΄ΤμΓ9. έχοντας το μυστήριον της πίστεως εν καθαρά συνειδήσει.
Α΄ΤμΓ10. και ούτοι δε δοκιμαζέσθωσαν πρώτον, είτα διακονείτωσαν ανέγκλητοι όντες.
Α΄ΤμΓ11. γυναίκας ωσαύτως σεμνάς, μη διαβόλους, νηφαλίους, πιστάς εν πάσι.
Α΄ΤμΓ12. διάκονοι έστωσαν μιας γυναικός άνδρες, τέκνων καλώς προϊστάμενοι και των ιδίων οίκων.
Α΄ΤμΓ13. οι γαρ καλώς διακονήσαντες βαθμόν εαυτοίς καλόν περιποιούνται και πολλήν παρρησίαν εν πίστει τη εν Χριστώ Ιησού.

Στίχοι 14-16. Το μεγαλείον της Εκκλησίας, το οποίον καλούνται να υπηρετήσουν οι λειτουργοί της.

Α΄ΤμΓ14. Ταύτα σοι γράφω ελπίζων ελθείν προς σε τάχιον.
Α΄ΤμΓ15. εάν δε βραδύνω, ίνα ειδής πώς δει εν οίκω Θεού αναστέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας.
Α΄ΤμΓ16. και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον. Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη.

Κεφάλαιον Δ!

Στίχοι 1-5. Η διδασκαλία των ψευδοδιδασκάλων.

Α΄ΤμΔ1. Το δε Πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν υστέροις καιροίς αποστήσονται τινές της πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις και διδασκαλίαις δαιμονίων,
Α΄ΤμΔ2. εν υποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων την ιδίαν συνείδησιν,
Α΄ΤμΔ3. κωλυόντων γαμείν, απέχεσθαι βρωμάτων α ο Θεός έκτισεν εις μετάληψιν μετά ευχαριστίας τοις πιστοίς και επεγνωκόσι την αλήθειαν.
Α΄ΤμΔ4. ότι παν κτίσμα Θεού καλόν, και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον.
Α΄ΤμΔ5. αγιάζεται γαρ δια λόγου Θεού και εντεύξεως.
Στίχοι 6-16. Η διδασκαλία και η συμπεριφορά του Τιμοθέου οποία πρέπει να είναι.

Α΄ΤμΔ6. Ταύτα υποτιθέμενος τοις αδελφοίς καλός έση διάκονος Ιησού Χριστού, εντρεφόμενος τοις λόγοις της πίστεως και της καλής διδασκαλίας η παρηκολούθηκας.
Α΄ΤμΔ7. τους δε βεβήλους και γραώδεις μύθους παραιτού, γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν.
Α΄ΤμΔ8. η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης.
Α΄ΤμΔ9. πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος.
Α΄ΤμΔ10. εις τούτο γαρ και κοπιώμεν και ονειδιζόμεθα, ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, ος έστι σωτήρ πάντων ανθρώπων, μάλιστα πιστών.
Α΄ΤμΔ11. Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε.
Α΄ΤμΔ12. μηδείς σου της νεότητος καταφρονείτω, αλλά τύπος γίνου των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία.
Α΄ΤμΔ13. έως έρχομαι πρόσεχε τη αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία.
Α΄ΤμΔ14. μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου.
Α΄ΤμΔ15. ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι, ίνα σου η προκοπή φανερά η εν πάσιν.
Α΄ΤμΔ16. έπεχε σεαυτώ και τη διδασκαλία, επίμενε αυτοίς. τούτο γαρ ποιών και σεαυτόν σώσεις και τους ακούοντας σου.

Κεφάλαιον Ε!

Στίχοι 1-16. Η συμπεριφορά του Τιμοθέου προς το ποίμνιον του.

Α΄ΤμΕ1. Πρεσβυτέρω μη επιπλήξης, αλλά παρακάλει ως πατέρα, νεωτέρους ως αδελφούς,
Α΄ΤμΕ2. πρεσβυτέρας ως μητέρας, νεωτέρας ως αδελφάς εν πάση αγνεία.
Α΄ΤμΕ3. Χήρας τίμα τας όντως χήρας.
Α΄ΤμΕ4. ει δε τις χήρα τέκνα ή έκγονα έχει, μανθανέτωσαν πρώτον τον ίδιον οίκον ευσεβείν και αμοιβάς αποδιδόναι τοις προγόνοις. τούτο γαρ έστι καλόν και απόδεκτον ενώπιον του Θεού.
Α΄ΤμΕ5. η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπικεν επί τον Θεόν και προσμένει ταις δεήσεσι και ταίς προσευχαίς νυκτός και ημέρας.
Α΄ΤμΕ6. η δε σπαταλώσα ζώσα τέθνηκε.
Α΄ΤμΕ7. και ταύτα παράγγελλε, ίνα ανεπίληπτοι ώσιν.
Α΄ΤμΕ8. ει δε τις των ιδίων και μάλιστα των οικείων ου προνοεί, την πίστιν ήρνηται και έστιν απίστου χείρων.
Α΄ΤμΕ9. Χήρα καταλεγέσθω μη έλαττον ετών εξήκοντα γεγονυία, ενός ανδρός γυνή,
Α΄ΤμΕ10. εν έργοις καλοίς μαρτυρουμένη, ει ετεκνοτρόφησεν, ει εξενοδόχησεν, ει αγίων πόδας ένιψεν, ει θλιβομένοις επήρκεσεν, ει παντί έργω αγαθώ επηκολούθησε.
Α΄ΤμΕ11. νεωτέρας δε χήρας παραιτού. όταν γαρ καταστρηνιάσωσι του Χριστού, γαμείν θέλουσιν,
Α΄ΤμΕ12. έχουσαι κρίμα, ότι την πρώτην πίστιν ηθέτησαν.
Α΄ΤμΕ13. άμα δε και αργαί μανθάνουσι περιερχόμεναι τας οικίας, ου μόνον δε αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη δέοντα.
Α΄ΤμΕ14. βούλομαι ουν νεωτέρας γαμείν, τεκνογονείν, οικοδεσποτείν, μηδεμίαν αφορμήν διδόναι τω αντικειμένω λοιδορίας χάριν.
Α΄ΤμΕ15. ήδη γαρ τινές εξετράπησαν οπίσω του σατανά.
Α΄ΤμΕ16. ει τις πιστός η πιστή έχει χήρας, επαρκείτω αυταίς, και μη βαρείσθω η εκκλησία, ίνα ταις όντως χήραις επαρκέση.

Στίχοι 17-25. Τα καθήκοντα του προς τους πρεσβυτέρους.

Α΄ΤμΕ17. Οι καλώς προεστώτες πρεσβύτεροι διπλής τιμής αξιούσθωσαν, μάλιστα οι κοπιώντες εν λόγω και διδασκαλία.
Α΄ΤμΕ18. λέγει γαρ η γραφή. βουν αλοώντα ου φιμώσεις. και άξιος ο εργάτης του μισθού αυτού.
Α΄ΤμΕ19. κατά πρεσβυτέρου κατηγορίαν μη παραδέχου, εκτός ει μη επί δύο ή τριών μαρτύρων.
Α΄ΤμΕ20. τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσι.
Α΄ΤμΕ21. διαμαρτύρομαι ενώπιον του Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού και των εκλεκτών αγγέλων, ίνα ταύτα φυλάξης, χωρίς προκρίματος μηδέν ποιών κατά πρόσκλισιν.
Α΄ΤμΕ22. χείρας ταχέως μηδενί επιτίθει, μηδέ κοινώνει αμαρτίαις αλλοτρίαις. σεαυτόν αγνόν τήρει.
Α΄ΤμΕ23. Μηκέτι υδροπότει, αλλ’ οίνω ολίγω χρω δια τον στόμαχον σου και τας πυκνάς σου ασθενείας.
Α΄ΤμΕ24. Τινών ανθρώπων αι αμαρτίαι πρόδηλοι εισί, προάγουσαι εις κρίσιν, τισί δε και επακολουθούσιν.
Α΄ΤμΕ25. ωσαύτως και τα καλά έργα πρόδηλα εστί, και τα άλλως έχοντα κρυβήναι ου δύνανται.

Κεφάλαιον ΣΤ!

Στίχοι 1-2. Οι δούλοι και οι κύριοι των.

Α΄ΤμΣΤ1. Όσοι εισίν υπό ζυγόν δούλοι, τους ιδίους δεσπότας πάσης τιμής αξίους ηγείσθωσαν, ίνα μη το όνομα του Θεού και η διδασκαλία βλασφημήται.
Α΄ΤμΣΤ2. οι δε πιστούς έχοντες δεσπότας μη καταφρονείτωσαν, ότι αδελφοί είσιν, αλλά μάλλον δουλευέτωσαν, ότι πιστοί είσι και αγαπητοί οι της ευεργεσίας αντιλαμ-βανόμενοι.-
Στίχοι 3-10. Νέαι οδηγίαι κατά των ψευδοδιδασκάλων.

Α΄ΤμΣΤ3. Ταύτα δίδασκε και παρακάλει. ει τις ετεροδιδασκαλεί και μη προσέρχεται υγιαίνουσι λόγοις τοις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και τη κατ’ ευσέβειαν διδασκαλία,
Α΄ΤμΣΤ4. τετύφωται, μηδέν επιστάμενος, αλλά νοσών περί ζητήσεις και λογομαχίας, εξ ων γίνεται φθόνος, έρις, βλασφημίαι, υπόνοιαι πονηραί,
Α΄ΤμΣΤ5. παραδιατριβαί διεφθαρμένων ανθρώπων τον νουν και απεστερημένων της αληθείας, νομιζόντων πορισμόν είναι την ευσέβεια. αφίστατο από των τοιούτων.
Α΄ΤμΣΤ6. έστι δε πορισμός μέγας η ευσέβεια μετά αυταρκείας.
Α΄ΤμΣΤ7. ουδέν γαρ εισηνέγκαμεν εις τον κόσμον, δήλον ότι ουδέ εξενεγκείν τι δυνάμεθα.
Α΄ΤμΣΤ8. έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα.
Α΄ΤμΣΤ9. οι δε βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν.
Α΄ΤμΣΤ10. ρίζα γαρ πάντων των κακών έστιν η φιλαργυρία, ης τινές ορεγόμενοι απεπλανήθησαν από της πίστεως και εαυτούς περιέπειραν οδύναις πολλαίς.

Στίχοι 11-16. Προτροπαί προς τον Τιμόθεον.

Α΄ΤμΣΤ11. Συ δε, ω άνθρωπε του Θεού, ταύτα φεύγε. δίωκε δε δικαιοσύνην, ευσέβειαν, πίστιν, αγάπην, υπομονήν, πραότητα.
Α΄ΤμΣΤ12. αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πίστεως. επιλαβού της αιωνίου ζωής, εις ην και εκλήθης και ωμολόγησας την καλήν ομολογίαν ενώπιον πολλών μαρτύρων.
Α΄ΤμΣΤ13. παραγγέλλω σοι ενώπιον του Θεού του ζωοποιούντος τα πάντα και Χριστού Ιησού του μαρτυρήσαντος επί Ποντίου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν,
Α΄ΤμΣΤ14. τηρήσαι σε την εντολήν άσπιλον, ανεπίληπτον μέχρι της επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
Α΄ΤμΣΤ15. ην καιροίς ιδίοις δείξει ο μακάριος και μόνος δυνάστης, ο βασιλεύς των βασιλευόντων και κύριος των κυριευόντων,
Α΄ΤμΣΤ16. ο μόνος έχων αθανασίαν, φως οικών απρόσιτον, ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται. ω τιμή και κράτος αιώνιον. αμήν.

Στίχοι 17-19. Τα καθήκοντα των πλουσίων.

Α΄ΤμΣΤ17. Τοις πλουσίοις εν τω νυν αιώνι παράγγελλε μη υψηλοφρονείν, μηδέ ηλπικέναι επί πλούτου αδηλότητι, αλλ’ εν τω Θεώ τω ζώντι τω παρέχοντι ημίν πάντα πλουσίως εις απόλαυσιν,
Α΄ΤμΣΤ18. αγαθοεργείν, πλουτείν εν έργοις καλοίς, ευμεταδότους είναι, κοινωνικούς,
Α΄ΤμΣΤ19. αποθησαυρίζοντας εαυτοίς θεμέλιον καλόν εις το μέλλον, ίνα επιλάβωνται της αιωνίου ζωής.

Στίχοι 20-21 Τελευταία έκκλησις προς τον Τιμόθεον.

Α΄ΤμΣΤ20. Ω Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύλαξον, εκτρεπόμενος τας βεβήλους κενοφωνίας και αντιθέσεις της ψευδωνύμου γνώσεως,
Α΄ΤμΣΤ21. ην τινές επαγγελλόμενοι περί την πίστιν ηστόχησαν. Η χάρις μετά σου. αμήν.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β!

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-5. Ο Παύλος ευχαριστεί τον Θεόν δια την πίστην του Τιμοθέου.

Β΄ΤμΑ-1. Παύλος, απόστολος Χριστού Ιησού δια θελήματος Θεού κατ’ επαγγελίαν ζωής της εν Χριστώ Ιησού,
Β΄ΤμΑ-2. Τιμοθέω αγαπητώ τέκνω. χάρις, έλεος, ειρήνη από Θεού πατρός και Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών.
Β΄ΤμΑ-3. Χάριν έχω τω Θεώ, ω λατρεύω από προγόνων εν καθαρά συνειδήσει, ως αδιαλειπτον έχω την περί σου μνείαν εν ταις δεήσεσι μου νυκτός και ημέρας,
Β΄ΤμΑ-4. επιποθών σε ιδείν, μεμνημένος σου των δακρύων, ίνα χαράς πληρωθώ,
Β΄ΤμΑ-5. υπόμνησιν λαμβάνων της εν σοι ανυποκρίτου πίστεως, ήτις ενώκησε πρώτον εν τη μάμμη σου Λωΐδι και τη μητρί σου Ευνίκη, πέπεισμαι δε ότι και εν σοι.

Στίχοι 6-19. Παροτρύνει τούτον να εργασθή ηρωικώς δια το Ευαγγέλιον.

Β΄ΤμΑ-6. δι’ ην αιτίαν αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο έστιν εν σοι δια της επιθέσεως των χειρών μου.
Β΄ΤμΑ-7. ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού.
Β΄ΤμΑ-8. μη ουν επαισχυνθής το μαρτύριον του Κυρίου ημών μηδέ εμέ τον δέσμιον αυτού, αλλά συγκακοπάθησον τω ευαγγελίω κατά δύναμιν Θεού,
Β΄ΤμΑ-9. του σώσαντος ημάς και καλέσαντος κλήσει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδίαν πρόθεσιν και χάριν, την δοθείσαν ημίν εν Χριστώ Ιησού προ χρόνων αιωνίων,
Β΄ΤμΑ-10. φανερωθείσαν δε νυν δια της επιφανείας του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καταργήσαντος μεν τον θάνατον, φωτίσαντος δε ζωήν και αφθαρσίαν δια του ευαγγελίου,
Β΄ΤμΑ-11. εις ο ετέθην εγώ κήρυξ και απόστολος και διδάσκαλος εθνών.
Β΄ΤμΑ-12. δι’ ην αιτίαν και ταύτα πάσχω, αλλ’ ουκ επαισχύνομαι. οίδα γαρ ω πεπίστευκα, και πέπεισμαι ότι δυνατός έστι την παραθήκην μου φυλάξαι εις εκείνην την ημέραν.
Β΄ΤμΑ-13. υποτύπωσιν έχε υγιαινόντων λόγων ων παρ’ εμού ήκουσας, εν πίστει και αγάπη τη εν Χριστώ Ιησού.
Β΄ΤμΑ-14. την καλήν παραθήκην φύλαξον δια Πνεύματος Αγίου του ενοικούντος εν ημίν.
Β΄ΤμΑ-15. Οίδας τούτο, ότι απεστράφησαν με πάντες οι εν τη Ασία, ων έστι Φύγγελος και Ερμογένης.
Β΄ΤμΑ-16. δώη έλεος ο Κύριος τω Ονησιφόρου οίκω, ότι πολλάκις με ανέψυξε και την άλυσιν μου ουκ επαισχύνθη,
Β΄ΤμΑ-17. αλλά γενόμενος εν Ρώμη σπουδαιότερον εζήτησε με και εύρε.
Β΄ΤμΑ-18. δώη αυτώ ο Κύριος ευρείν έλεος παρά Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα. και όσα εν Εφέσω διηκόνησε, βέλτιον συ γινώσκεις.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι 1-10. Η αυταπάρνησις και η προσοχή του εργάτου του Ευαγγελίου.

Β΄ΤμΒ-1. Συ ουν, τέκνον μου, ενδυναμού εν τη χάριτι τη εν Χριστώ Ιησού,
Β΄ΤμΒ-2. και α ήκουσας παρ’ εμού δια πολλών μαρτύρων, ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι.
Β΄ΤμΒ-3. συ ουν κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού.
Β΄ΤμΒ-4. ουδείς στρατευόμενος εμπλέκεται ταις του βίου πραγματείαις, ίνα τω στρατολογήσαντι αρέση.
Β΄ΤμΒ-5. εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση.
Β΄ΤμΒ-6. τον κοπιώντα γεωργόν δει πρώτον των καρπών μεταλαμβάνειν.
Β΄ΤμΒ-7. νόει α λέγω. δώη γαρ σοι ο Κύριος σύνεσιν εν πάσι.
Β΄ΤμΒ-8. Μνημόνευε Ιησούν Χριστόν εγηγερμένον εκ νεκρών, εκ σπέρματος Δαυΐδ, κατά το ευαγγέλιον μου,
Β΄ΤμΒ-9. εν ω κακοπαθώ μέχρι δεσμών ως κακούργος. αλλ’ ο λόγος του Θεού ου δέδεται.
Β΄ΤμΒ-10. δια τούτο πάντα υπομένω δια τους εκλεκτούς, ίνα και αυτοί σωτηρίας τύχωσι της εν Χριστώ Ιησού μετά δόξης αιωνίου.

Στίχοι 11-13. Αι συνέπειαι της διαγωγής των Χριστιανών και των υπηρετών του Χριστού.

Β΄ΤμΒ-11. Πιστός ο λόγος. ει γαρ συναπεθάνομεν, και συζήσομεν.
Β΄ΤμΒ-12. ει υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν. ει αρνούμεθα, κακείνος αρνήσεται ημάς.
Β΄ΤμΒ-13. ει απιστούμεν, εκείνος πιστός μένει. αρνήσασθαι εαυτόν ου δύναται.

Στίχοι 14-21. Ο διάκονος του Ευαγγελίου έναντι των ψευδοδιδασκάλων.

Β΄ΤμΒ-14. Ταύτα υπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ενώπιον του Κυρίου μη λογομαχείν εις ουδέν χρήσιμον, επί καταστροφή των ακουόντων.
Β΄ΤμΒ-15. σπούδασον σεαυτόν δόκιμον παραστήσαι τω Θεώ, εργάτην ανεπαίσχυντον, ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας.
Β΄ΤμΒ-16. τας δε βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο. επί πλείον γαρ προκόψουσιν ασεβείας,
Β΄ΤμΒ-17. και ο λόγος αυτών ως γάγγραινα νομήν έξει. ων έστιν Υμέναιος και Φιλητός,
Β΄ΤμΒ-18. οίτινες περί την αλήθειαν ηστόχησαν, λέγοντες την ανάστασιν ήδη γεγονέναι, και ανατρέπουσι την τινών πίστιν.
Β΄ΤμΒ-19. ο μέντοι στερεός θεμέλιος του Θεού έστηκεν, έχων την σφραγίδα ταύτην. έγνω Κύριος τους όντας αυτού. και. αποστήτω από αδικίας πας ο ονομάζων το όνομα Κυρίου.
Β΄ΤμΒ-20. εν μεγάλη δε οικία ουκ έστι μόνον σκεύη χρυσά και αργυρά, αλλά και ξύλινα και οστράκινα, και α μεν εις τιμήν, α δε εις ατιμίαν.
Β΄ΤμΒ-21. εάν ουν τις εκκαθάρη εαυτόν από τούτων, έσται σκεύος εις τιμήν, ηγιασμένον και εύχρηστον τω δεσπότη, εις παν έργον αγαθόν ητοιμασμένον.


Στίχοι 22-26. Πώς να φέρεται ο Τιμόθεος προς τους Χριστιανούς και τους ψευδοδιδασκάλους.

Β΄ΤμΒ-22. τας δε νεωτερικάς επιθυμίας φεύγε, δίωκε δε δικαιοσύνην, πίστιν, αγάπην, ειρήνην μετά των επικαλουμένων τον Κύριον εκ καθαράς καρδίας.
Β΄ΤμΒ-23. τας δε μωράς και απαιδεύτους ζητήσεις παραιτού, ειδώς ότι γεννώσι μάχας.
Β΄ΤμΒ-24. δούλον δε Κυρίου ου δει μάχεσθαι, αλλ’ ήπιον είναι προς πάντας, διδακτικόν, ανεξίκακον,
Β΄ΤμΒ-25. εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας,
Β΄ΤμΒ-26. και ανανήψωσιν εκ της του διαβόλου παγίδος, εζωγρημένοι υπ’ αυτού εις το εκείνου θέλημα.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-9. Έρχονται καιροί δύσκολοι.

Β΄ΤμΓ-1. Τούτο δε γίνωσκε, ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί.
Β΄ΤμΓ-2. έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεύσιν απειθείς, αχάριστοι, ανόσιοι,
Β΄ΤμΓ-3. άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς, ανήμεροι, αφιλάγαθοι,
Β΄ΤμΓ-4. προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι,
Β΄ΤμΓ-5. έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.
Β΄ΤμΓ-6. εκ τούτων γαρ είσιν οι ενδύνοντες εις τας οικίας και αιχμαλωτίζοντες γυναικάρια σεσωρευμένα αμαρτίαις, αγόμενα επιθυμίαις ποικίλαις,
Β΄ΤμΓ-7. πάντοτε μανθάνοντα και μηδέποτε εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν δυνάμενα.
Β΄ΤμΓ-8. ον τρόπον δε Ιαννής και Ιαμβρής αντέστησαν Μωϋσεί, ούτω και ούτοι ανθίστανται τη αληθεία, άνθρωποι κατεφθαρμένοι τον νουν, αδόκιμοι περί την πίστιν.
Β΄ΤμΓ-9. αλλ’ ου προκόψουσιν επί πλείον. η γαρ άνοια αυτών έκδηλος έσται πάσιν, ως και η εκείνων εγένετο.

Στίχοι 10-17. Ο Τιμόθεος πρέπει να μείνη σταθερός.

Β΄ΤμΓ-10. Συ δε παρηκολούθηκας μου τη διδασκαλία, τη αγωγή, τη προθέσει, τη πίστει, τη μακροθυμία, τη αγάπη, τη υπομονή,
Β΄ΤμΓ-11. τοις διωγμοίς, τοις παθήμασιν, οία μοι εγένοντο εν Αντιοχεία, εν Ικονίω, εν Λύστροις. οίους διωγμούς υπήνεγκα! και εκ πάντων με ερρύσατο ο Κύριος.
Β΄ΤμΓ-12. και πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται.
Β΄ΤμΓ-13. πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι.
Β΄ΤμΓ-14. συ δε μένε εν οις έμαθες και επιστώθης, ειδώς παρά τίνος έμαθες,
Β΄ΤμΓ-15. και ότι από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας, τα δυνάμενα σε σοφίσαι εις σωτηρίαν δια πίστεως της εν Χριστώ Ιησού.
Β΄ΤμΓ-16. πάσα γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη,
Β΄ΤμΓ-17. ίνα άρτιος η ο του Θεός άνθρωπος, προς παν έργον αγαθόν εξηρτισμένος.

Κεφάλαιον Δ!

Στίχοι1-8. Εξορκίζει τον Τιμόθεον να κηρύττη και να κακοπαθή. Το τέλος του Αποστόλου πλησιάζει.

Β΄ΤμΔ-1. Διαμαρτύρομαι ουν εγώ ενώπιον του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, του μέλλοντος κρίνειν ζώντας και νεκρούς κατά την επιφάνειαν αυτού και την βασιλείαν αυτού,
Β΄ΤμΔ-2. κήρυξον τον λόγον, επίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον, εν πάση μακροθυμία και διδαχή.
Β΄ΤμΔ-3. έσται γαρ καιρός ότε της υγιαινούσης διδασκαλίας ουκ ανέξονται, αλλά κατά τας επιθυμίας τας ιδίας εαυτοίς επισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι την ακοήν,
Β΄ΤμΔ-4. και από μεν της αληθείας την ακοήν αποστρέψουσιν, επί δε τους μύθους εκτραπήσονται.
Β΄ΤμΔ-5. συ δε νήφε εν πάσι, κακοπάθησον, έργον ποίησον ευαγγελιστού, την διακονίαν σου πληροφόρησον.
Β΄ΤμΔ-6. εγώ γαρ ήδη σπένδομαι, και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκε.
Β΄ΤμΔ-7. τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα.
Β΄ΤμΔ-8. λοιπόν απόκειται μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής, ου μόνον δε εμοί, αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού.

Στίχοι 9-13. Καλεί τον Τιμόθεον να έλθη προς αυτόν.

Β΄ΤμΔ-9. Σπούδασον ελθείν προς με ταχέως.
Β΄ΤμΔ-10. Δημάς γαρ με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα, και επορεύθη εις Θεσσαλονίκην, Κρήσκης εις Γαλατίαν, Τίτος εις Δαλματίαν.
Β΄ΤμΔ-11. Λουκάς έστι μόνος μετ’ εμού. Μάρκον αναλαβών άγε μετά σεαυτού. έστι γαρ μοι εύχρηστος εις διακονίαν.
Β΄ΤμΔ-12. Τυχικόν δε απέστειλα εις Έφεσον.
Β΄ΤμΔ-13. τον φαιλόνην, ον απέλιπον εν Τρωάδι παρά Κάρπω, ερχόμενος φέρε, και τα βιβλία, μάλιστα τας μεμβράνας.

Στίχοι 14-22. Πληροφορίαι και χαιρετισμοί.

Β΄ΤμΔ-14. Αλέξανδρος ο χαλκεύς πολλά μοι κακά ενεδείξατο. αποδώη αυτώ ο Κύριος κατά τα έργα αυτού.
Β΄ΤμΔ-15. ον και συ φυλάσσου. λίαν γαρ ανθέστηκε τοις ημετέροις λόγοις.
Β΄ΤμΔ-16. Εν τη πρώτη μου απολογία ουδείς μοι συμπαρεγένετο, αλλά πάντες με εγκατέλιπον. μη αυτοίς λογισθείη.
Β΄ΤμΔ-17. ο δε Κύριος μοι παρέστη και ενεδυνάμωσε με, ίνα δι’ εμού το κήρυγμα πληροφορηθή και ακούση πάντα τα έθνη. και ερρύσθην εκ στόματος λέοντος.
Β΄ΤμΔ-18. και ρύσεται με ο Κύριος από παντός έργου πονηρού και σώσει εις την βασιλείαν αυτού την επουράνιον. ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
Β΄ΤμΔ-19. Άσπασαι Πρίσκαν και Ακύλαν και τον Ονησιφόρου οίκον.
Β΄ΤμΔ-20. Έραστος έμεινεν εν Κορίνθω, Τρόφιμον δε απέλιπον εν Μιλήτω ασθενούντα.
Β΄ΤμΔ-21. σπούδασον προ χειμώνος ελθείν. Ασπάζεται σε Εύβουλος και Πούδης και Λίνος και Κλαυδία και οι αδελφοί πάντες.
Β΄ΤμΔ-22. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μετά του πνεύματος σου. Η χάρις μεθ’ υμών. αμήν.
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-9. Ποίοι να εκλέγωνται επίσκοποι.

ΤτΑ-1. Παύλος, δούλος Θεού, απόστολος δε Ιησού Χριστού κατά πίστιν εκλεκτών Θεού και επίγνωσιν αληθείας της κατ’ ευσέβειαν
ΤτΑ-2. επ' ελπίδι ζωής αιωνίου, ην επηγγείλατο ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων,
ΤτΑ-3. εφανέρωσε δε καιροίς ιδίοις τον λόγον αυτού εν κηρύγματι ο επιστεύθην εγώ κατ’ επιταγήν του σωτήρος ημών Θεού,
ΤτΑ-4. Τίτω γνησίω τέκνω κατά κοινήν πίστιν. χάρις, έλεος, ειρήνη από Θεού πατρός και Κυρίου Ιησού Χριστού του σωτήρος ημών.
ΤτΑ-5. Τούτου χάριν κατέλιπον σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην,
ΤτΑ-6. εις τις έστιν ανέγκλητος, μιας γυναικός ανήρ, τέκνα έχων πιστά, μη εν κατηγορία ασωτίας ή ανυπότακτα.
ΤτΑ-7. δει γαρ τον επίσκοπον ανέγκλητον είναι ως Θεού οικονόμον, μη αυθάδη, μη οργίλον, μη πάροινον, μη πλήκτην, μη αισχροκερδή,
ΤτΑ-8. αλλά φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, όσιον, εγκρατή,
ΤτΑ-9. αντεχόμενον του κατά την διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός η και παρακαλείν εν τη διδασκαλία τη υγιαινούση και τους αντιλέγοντας ελέγχειν.

Στίχοι 10-16. Πώς να καταπολεμώνται οι ψευδοδιδάσκαλοι.

ΤτΑ-10. Εισί γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ περιτομής,
ΤτΑ-11. ους δει επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανατρέπουσι διδάσκοντες α μη δει αισχρού κέρδους χάριν.
ΤτΑ-12. είπε τις εξ αυτών ίδιος αυτών προφήτης. Κρήτες αεί ψεύσται, κακά θηρία, γαστέρες αργαί.
ΤτΑ-13. η μαρτυρία αύτη εστίν αληθής. δι’ ην αιτίαν έλεγχε αυτούς αποτόμως, ίνα υγιαίνωσιν εν τη πίστει,
ΤτΑ-14. μη προσέχοντες Ιουδαϊκοίς μύθοις και εντολαίς ανθρώπων αποστρεφομένων την αλήθειαν.
ΤτΑ-15. πάντα μεν καθαρά τοις καθαροίς. τοις δε μεμιαμμένοις και απίστοις ουδέν καθαρόν, αλλά μεμίανται αυτών και ο νους και η συνείδησις.
ΤτΑ-16. Θεόν ομολογούσιν ειδέναι, τοις δε έργοις αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι 1-15. Καθήκοντα και υποχρεώσεις ωρισμένων τάξεων Χριστιανών.

ΤτΒ-1. Συ δε λάλει α πρέπει τη υγιαινούση διδασκαλία.
ΤτΒ-2. Πρεσβύτας νηφαλίους είναι, σεμνούς, σώφρονας, υγιαίνοντας τη πίστει, τη αγάπη, τη υπομονή.
ΤτΒ-3. Πρεσβύτιδας ωσαύτως εν καταστήματι ιεροπρεπείς, μη διαβόλους, μη οίνω πολλώ δεδουλωμένας, καλοδιδασκάλους,
ΤτΒ-4. ίνα σωφρονίζωσι τας νέας φιλάνδρους είναι, φιλοτέκνους,
ΤτΒ-5. σώφρονας, αγνάς, οικουρούς, αγαθάς, υποτασσομένας τοις ιδίοις ανδράσιν, ίνα μη ο λόγος του Θεού βλασφημήται.
ΤτΒ-6. τους νεώτερους ωσαύτως παρακάλει σωφρονείν,
ΤτΒ-7. περί πάντα σεαυτόν παρεχόμενος τύπον καλών έργων, εν τη διδασκαλία αδιαφθορίαν, σεμνότητα, αφθαρσίαν,
ΤτΒ-8. λόγον υγιή, ακατάγνωστον, ίνα ο εξ εναντίας εντραπή μηδέν έχων περί ημών λέγειν φαύλον.
ΤτΒ-9. Δούλους ιδίοις δεσπόταις υποτάσσεσθαι, εν πάσιν ευαρέστους είναι, μη αντιλέγοντας,
ΤτΒ-10. μη νοσφιζομένους, αλλά πίστιν πάσαν ενδεικνυμένους αγαθήν, ίνα την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού κοσμώσιν εν πάσιν.
ΤτΒ-11. Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις,
ΤτΒ-12. παιδεύουσα ημάς ίνα αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι,
ΤτΒ-13. προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,
ΤτΒ-14. ος έδωκεν εαυτόν υπέρ ημών, ίνα λυτρώσηται ημάς από πάσης ανομίας και καθαρίση εαυτώ λαόν περιούσιον, ζηλωτήν καλών έργων.
ΤτΒ-15. Ταύτα λάλει και παρακάλει και έλεγχε μετά πάσης επιταγής. μηδείς σου περιφρονείτω.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-8. Οδηγίαι δια την συμπεριφοράν των Χριστιανών.

ΤτΓ-1. Υπομίμνησκε αυτούς αρχαίς και εξουσίαις υποτάσσεσθαι, πειθαρχείν, προς παν έργον αγαθόν ετοίμους είναι,
ΤτΓ-2. μηδένα βλασφημείν, αμάχους είναι, επιεικείς, πάσαν ενδεικνυμένους πραότητα προς πάντας ανθρώπους.
ΤτΓ-3. Ήμεν γαρ ποτέ και ημείς ανόητοι, απειθείς, πλανώμενοι, δουλεύοντες επιθυμίαις και ηδοναίς ποικίλαις, εν κακία και φθόνω διάγοντες, στυγητοί, μισούντες αλλήλους.
ΤτΓ-4. ότε δε η χρηστότης και η φιλανθρωπία επεφάνη του σωτήρος ημών Θεού,
ΤτΓ-5. ουκ εξ έργων των εν δικαιοσύνη ων εποιήσαμεν ημείς, αλλά κατά τον αυτού έλεον έσωσεν ημάς δια λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου.,
ΤτΓ-6. ου εξέχεεν εφ’ ημάς πλουσίως δια Ιησού Χριστού του σωτήρος ημών,
ΤτΓ-7. ίνα δικαιωθέντες τη εκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ’ ελπίδα ζωής αιωνίου.
ΤτΓ-8. Πιστός ο λόγος. και περί τούτων βούλομαι σε διαβεβαιούσθαι, ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ, ταύτα εστί τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις.


Στίχοι 9-15. Οδηγίαι δια την διαγωγήν του Τίτου.

ΤτΓ-9. μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς περιΐστασο. εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι.
ΤτΓ-10. αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού,
ΤτΓ-11. ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος.
ΤτΓ-12. Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν. εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι.
ΤτΓ-13. Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη.
ΤτΓ-14. μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι.
ΤτΓ-15. Ασπάζονται σε οι μετ’ εμού πάντες, άσπασαι τους φιλούντας ημάς εν πίστει. Η χάρις μετά πάντων υμών. αμήν.

ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-7. Ο Παύλος ευχαριστεί τον Θεόν δια την αγάπην και την πίστιν του Φιλήμονος.

Φλμ1. Παύλος, δέσμιος Χριστού Ιησού, και Τιμόθεος ο αδελφός, Φιλήμονι τω αγαπητώ και συνεργώ ημών
Φλμ2. και Απφία τη αγαπητή και Αρχίππω τω συστρατιώτη ημών και τη κατ’ οίκον σου εκκλησία.
Φλμ3. χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού.
Φλμ4. Ευχαριστώ τω Θεώ μου πάντοτε μνείαν σου ποιούμενος επί των προσευχών μου.
Φλμ5. ακούων σου την αγάπην και την πίστιν ην έχεις προς τον Κύριον Ιησούν και εις πάντας τους αγίους,
Φλμ6. όπως η κοινωνία της πίστεως σου ενεργής γένηται εν επιγνώσει παντός αγαθού του εν ημίν εις Χριστόν Ιησούν.
Φλμ7. χάριν γαρ έχομεν πολλήν και παράκλησιν επί τη αγάπη σου, ότι τα σπλάγχνα των αγίων αναπέπαυται δια σου, αδελφέ.


Στίχοι 8-25. Παρακαλεί δια τον Ονήσιμον.

Φλμ 8. Διό, πολλήν εν Χριστώ παρρησίαν έχων επιτάσσειν σοι το ανήκον,
Φλμ9. δια την αγάπην μάλλον παρακαλώ. τοιούτος ων, ως Παύλος πρεσβύτης, νυνί δε και δέσμιος Ιησού Χριστού,
Φλμ10. παρακαλώ σε περί του εμού τέκνου, ον εγέννησα εν τοις δεσμοίς μου, Ονήσιμον,
Φλμ11. τον ποτέ σοι άχρηστον, νυνί δε σοι και εμοί εύχρηστον, ον ανέπεμψα.
Φλμ12. συ δε αυτόν, του’ έστι τα εμά σπλάγχνα, προσλαβού.
Φλμ13. ον εγώ εβουλόμην προς εμαυτόν κατέχειν, ίνα υπέρ σου διακονή μοι εν τοις δεσμοίς του ευαγγελίου.
Φλμ14. χωρίς δε της σης γνώμης ουδέν ηθέλησα ποιήσαι, ίνα μη ως κατά ανάγκην το αγαθόν σου η, αλλά κατά εκούσιον.
Φλμ15. τάχα γαρ δια τούτο εχωρίσθη προς ώραν, ίνα αιώνιον αυτόν απέχης,
Φλμ16. ουκέτι ως δούλον, αλλ’ υπέρ δούλον, αδελφόν αγαπητόν, μάλιστα εμοί, πόσω δε μάλλον σοι και εν σαρκί και εν Κυρίω!
Φλμ17. ει ουν με έχεις κοινωνόν, προσλαβού αυτόν ως εμέ.
Φλμ18. ει δε τι ηδίκησε σε ή οφείλει, τούτο εμοί ελλόγει.
Φλμ19. εγώ Παύλος έγραψα τη εμοί χειρί, εγώ αποτίσω. ίνα μη λέγω σοι ότι και σεαυτόν μοι προσοφείλεις.
Φλμ20. ναι, αδελφέ, εγώ σου οναίμην εν Κυρίω. ανάπαυσον μου τα σπλάγχνα εν Κυρίω.
Φλμ21. Πεποιθώς τη υπακοή σου έγραψα σοι, ειδώς ότι και υπέρ ο λέγω ποιήσεις.
Φλμ22. άμα δε και ετοίμαζε μοι ξενίαν. ελπίζω γαρ ότι δια των προσευχών υμών χαρισθήσομαι υμίν.
Φλμ23. Ασπάζεται σε Επαφράς ο συναιχμάλωτος μου εν Χριστώ Ιησού,
Φλμ24. Μάρκος, Αρίσταρχος, Δημάς, Λουκάς, οι συνεργοί μου.
Φλμ25. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών. αμήν.
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ

Κεφάλαιον Α΄.
Στίχοι 1-3. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού.

ΕβΑ-1. Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις, επ’ εσχάτου των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ,
ΕβΑ-2. ον έθηκε κληρονόμον πάντων, δι’ ου και τους αιώνας εποίησεν.
ΕβΑ-3. ος ων απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, φέρων τε τα πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού, δι’ εαυτού καθαρισμόν ποιησάμενος των αμαρτιών ημών εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς,

Στίχοι 4-14. Ο Χριστός είναι ασυγκρίτως ανώτερος των αγγέλων.

ΕβΑ-4. τοσούτω κρείττων γενόμενος των αγγέλων, όσω διαφορώτερον παρ’ αυτούς κεκληρονόμηκεν όνομα.
ΕβΑ-5. τίνι γαρ είπε ποτέ των αγγέλων. υιός ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκα σε; και πάλιν. εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα, και αυτός έσται μοι εις υιόν;
ΕβΑ-6. όταν δε πάλιν εισαγάγη τον πρωτότοκον εις την οικουμένην, λέγει. και προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού.
ΕβΑ-7. και προς μεν τους αγγέλους λέγει. ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα, και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα.
ΕβΑ-8. προς δε τον υιόν. ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα του αιώνος. ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου.
ΕβΑ-9. ηγάπησας δικαιοσύνην και εμίσησας ανομίαν. δια τούτο έχρισε σε, ο Θεός, ο Θεός σου έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους σου.
ΕβΑ-10. και. συ κατ’ αρχάς, Κύριε, την γην εθεμελίωσας, και έργα των χειρών σου είσιν οι ουρανοί.
ΕβΑ-11. αυτοί απολούνται, συ δε διαμένεις. και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται,
ΕβΑ-12. και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται. συ δε ο αυτός ει, και τα έτη σου ουκ εκλείψουσι.
ΕβΑ-13. προς τίνα δε των αγγέλων είρηκε ποτέ. κάθου εκ δεξιών μου έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου;
ΕβΑ-14. ουχί πάντες εισί λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν;

Κεφάλαιον Β΄.
Στίχοι 1-4 Ο κίνδυνος εκ της παραμελήσεως της σωτηρίας μας

ΕβΒ-1. Δια τούτο δει περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι, μη ποτέ παραρρυώμεν.
ΕβΒ-2. ει γαρ ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν,
ΕβΒ-3. πως ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας; ήτις αρχήν λαβούσα λαλείσθαι δια του Κυρίου, υπό των ακουσάντων εις ημάς εβεβαιώθη,
ΕβΒ-4. συνεπιμαρτυρούντος του Θεού σημείοις τε και τέρασι και ποικίλαις δυνάμεσι και Πνεύματος Αγίου μερισμοίς κατά την αυτού θέλησιν.

Στίχοι 5-18. Τα αποτελέσματα των παθημάτων του Χριστού.

ΕβΒ-5. Ου γαρ αγγέλοις υπέταξε την οικουμένην την μέλλουσαν, περί ης λαλούμεν,
ΕβΒ-6. διεμαρτύρατο δε που τις λέγων. τι έστιν άνθρωπος ότι μιμνήσκη αυτού, ή υιός ανθρώπου ότι επισκέπτη αυτόν;
ΕβΒ-7. ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν,
ΕβΒ-8. πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού. εν γαρ τω υποτάξαι αυτώ τα πάντα ουδέν αφήκεν αυτώ ανυπότακτον. νυν δε ούπω ορώμεν αυτώ τα πάντα υποτεταγμένα.
ΕβΒ-9. τον δε βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν Ιησούν δια το πάθημα του θανάτου δόξη και τιμή εστεφανωμένον, όπως χάριτι Θεού υπερ παντός γεύσηται θανάτου.
ΕβΒ-10. έπρεπε γαρ αυτώ, δι’ ον τα πάντα και δι’ ου τα πάντα, πολλούς υιούς εις δόξαν αγαγόντα, τον αρχηγόν της σωτηρίας αυτών δια παθημάτων τελειώσαι.
ΕβΒ-11. ο τε γαρ αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες. δι’ ην αιτίαν ουκ επαισχύνεται α δ ε λ φ ο ύ ς αυτούς καλείν,
ΕβΒ-12. λέγων. απαγγελώ το όνομα σου τοις αδελφοίς μου, εν μέσω εκκλησίας υμνήσω σε.
ΕβΒ-13. και πάλιν. εγώ έσομαι πεποιθώς επ’ αυτώ. και πάλιν. ιδού εγώ και τα παιδία α μοι έδωκεν ο Θεός.
ΕβΒ-14. επεί ουν τα παιδία κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος, και αυτός παραπλησίως μετέσχε των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτ’ έστι τον διάβολον,
ΕβΒ-15. και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας.
ΕβΒ-16. ου γαρ δήπου αγγέλων επιλαμβάνεται, αλλά σπέρματος Αβραάμ επιλαμβάνεται.
ΕβΒ-17. όθεν ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι, ίνα ελεήμων γένηται και πιστός αρχιερεύς τα προς τον Θεόν, εις το ιλάσκεσθαι τας αμαρτίας του λαού.
ΕβΒ-18. εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι.

Κεφάλαιον Γ΄.
Στίχοι 1-6. Ο Χριστός υπεροχώτερος του Μωϋσέως.

ΕβΓ-1. Όθεν, αδελφοί άγιοι, κλήσεως επουρανίου μέτοχοι, κατανοήσατε τον απόστολον και αρχιερέα της ομολογίας ημών Ιησούν Χριστόν,
ΕβΓ-2. πιστόν όντα τω ποιήσαντι αυτόν, ως και Μωϋσής εν όλω τω οίκω αυτού.
ΕβΓ-3. πλείονος γαρ δόξης ούτος παρά Μωϋσήν ηξίωται, καθ’ όσον πλείονα τιμήν έχει του οίκου ο κατασκευάσας αυτόν.
ΕβΓ-4. πας γαρ οίκος κατασκευάζεται υπό τινός, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός.
ΕβΓ-5. και Μωϋσής μεν πιστός εν όλω τω οίκω αυτού ως θεράπων, εις μαρτύριον των λαληθησομένων,
ΕβΓ-6. Χριστός δε ως υιός επί τον οίκον αυτού, ου οίκος εσμέν ημείς, εάνπερ την παρρησίαν και το καύχημα της ελπίδος μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν.

Στίχοι 7-19. Η απιστία των Ισραηλιτών.

ΕβΓ-7. Διό, καθώς λέγει το Πνεύμα το Άγιον. σήμερον εάν της φωνής αυτού ακούσητε,
ΕβΓ-8. μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως εν τω παραπικρασμώ, κατά την ημέραν του πειρασμού εν τη ερήμω,
ΕβΓ-9. ου επείρασαν με οι πατέρες υμών, εδοκίμασαν με, και είδον τα έργα μου τεσσαράκοντα έτη.
ΕβΓ-10. διό προσώχθισα τη γενεά εκείνη και είπον. αεί πλανώνται τη καρδία, αυτοί δε ουκ έγνωσαν τας οδούς μου.
ΕβΓ-11. ως ώμοσα εν τη οργή μου, ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσιν μου.
ΕβΓ-12. βλέπετε, αδελφοί, μη ποτέ έσται εν τινί υμών καρδία πονηρά απιστίας εν τω αποστήναι από Θεού ζώντος,
ΕβΓ-13. αλλά παρακαλείτε εαυτούς καθ’ εκάστην ημέραν άχρις ου το σήμερον καλείται, ίνα μη σκληρυνθή εξ υμών τις απάτη της αμαρτίας.
ΕβΓ-14. μέτοχοι γαρ γεγόναμεν του Χριστού, εάνπερ την αρχήν της υποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν,
ΕβΓ-15. εν τω λέγεσθαι. σήμερον εάν της φωνής αυτού ακούσητε, μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως εν τω παραπικρασμώ.
ΕβΓ-16. τίνες γαρ ακούσαντες παρεπίκραναν; αλλ’ ου πάντες οι εξελθόντες εξ Αιγύπτου δια Μωϋσέως;
ΕβΓ-17. τίσι δε προσώχθισε τεσσαράκοντα έτη; ουχί τοις αμαρτήσασιν, ων τα κώλα έπεσεν εν τη ερήμω;
ΕβΓ-18. τίσι δε ώμοσε μη εισελεύσεσθαι εις την κατάπαυσιν αυτού ει μη τοις απειθήσασι.
ΕβΓ-19. και βλέπομεν ότι ουκ ηδυνήθησαν εισελθείν δι’ απιστίαν.

Κεφάλαιον Δ΄.
Στίχοι 1-13. Προσοχή μήπως χάσωμεν την αιώνιον ζωήν.

ΕβΔ-1. Φοβηθώμεν ουν μη ποτέ, καταλειπομένης επαγγελίας εισελθείν εις την κατάπαυσιν αυτού, δοκή τις εξ υμών υστερηκέναι.
ΕβΔ-2. και γαρ έσμεν ευηγγελισμένοι, καθάπερ κακείνοι. αλλ’ ουκ ωφέλησεν ο λόγος της ακοής εκείνους μη συγκεκραμένος τη πίστει τοις ακούσασιν.
ΕβΔ-3. εισερχόμεθα γαρ εις την κατάπαυσιν οι πιστεύσαντες, καθώς είρηκεν. ως ώμοσα εν τη οργή μου. ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσιν μου. καίτοι των έργων από καταβολής κόσμου γενηθέντων.
ΕβΔ-4. είρηκε γαρ που περί της εβδόμης ούτω. και κατέπαυσεν ο Θεός εν τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων αυτού.
ΕβΔ-5. και εν τούτω πάλιν. ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσιν μου.
ΕβΔ-6. επεί ουν απολείπεται τινάς εισελθείν εις αυτήν, και οι πρότερον ευαγγελισθέντες ουκ εισήλθον δι’ απείθειαν,
ΕβΔ-7. πάλιν τινά ορίζει ημέραν, σήμερον, εν Δαυΐδ λέγων, μετά τοσούτον χρόνον, καθώς είρηται. σήμερον εάν της φωνής αυτού ακούσητε, μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών.
ΕβΔ-8. ει γαρ αυτούς Ιησούς κατέπαυσεν, ουκ αν περί άλλης ελάλει μετά ταύτα ημέρας.
ΕβΔ-9. άρα απολείπεται σαββατισμός τω λαώ του Θεού.
ΕβΔ-10. ο γαρ εισελθών εις την κατάπαυσιν αυτού και αυτός κατέπαυσεν από των έργων αυτού, ώσπερ από των ιδίων ο Θεός.
ΕβΔ-11. Σπουδάσωμεν ουν εισελθείν εις εκείνην την κατάπαυσιν, ίνα μη εν τω αυτώ τις υποδείγματι πέση της απειθείας.
ΕβΔ-12. Ζων γαρ ο λόγος του Θεού και ενεργής και τομώτερος υπερ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διικνούμενος άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών, και κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας,
ΕβΔ-13. και ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς αυτού, προς ον ημίν ο λόγος.

Στίχοι 14-16. Ο Ιησούς είναι ο συμπαθής Μέγας Αρχιερεύς.

ΕβΔ-14. Έχοντες ουν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας.
ΕβΔ-15. ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών, πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ’ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας.
ΕβΔ-16. προσερχώμεθα ουν μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν.

Κεφάλαιον Ε΄.
Στίχοι 1-4. Οι αρχιερείς των Ιουδαίων και αι θυσίαι των.


ΕβΕ-1. Πας γαρ αρχιερεύς εξ ανθρώπων λαμβανόμενος υπερ ανθρώπων καθίσταται τα προς τον Θεόν, ίνα προσφέρη δώρα τε και θυσίας υπερ αμαρτιών,
ΕβΕ-2. μετριοπαθείν δυνάμενος τοις αγνοούσι και πλανωμένοις, επεί και αυτός περίκειται ασθένειαν.
ΕβΕ-3. και δια ταύτην οφείλει, καθώς περί του λαού, ούτω και περί εαυτού προσφέρειν υπερ αμαρτιών.
ΕβΕ-4. και ουχ εαυτώ τις λαμβάνει την τιμήν, αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών.

Στίχοι 5-14. Η Αρχιερωσύνη του Χριστού.

ΕβΕ-5. ούτω και ο Χριστός ουχ εαυτόν εδόξασε γενηθήναι αρχιερέα, αλλ’ ο λαλήσας προς αυτόν. υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκα σε.
ΕβΕ-6. καθώς και εν ετέρω λέγει. συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.
ΕβΕ-7. ος εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού δεήσεις τε και ικετηρίας προς τον δυνάμενον σώζειν αυτόν εκ θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων προσενέγκας, και εισακουσθείς από της ευλαβείας,
ΕβΕ-8. καίπερ ων υιός, έμαθεν αφ’ ων έπαθε την υπακοήν,
ΕβΕ-9. και τελειωθείς εγένετο τοις υπακούουσιν αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου,
ΕβΕ-10. προσαγορευθείς υπό του Θεού αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.
ΕβΕ-11. Περί ου πολύς ημίν ο λόγος και δυσερμήνευτος λέγειν, επεί νωθροί γεγόνατε ταις ακοαίς.
ΕβΕ-12. και γαρ οφείλοντες είναι διδάσκαλοι δια τον χρόνον, πάλιν χρείαν έχετε του διδάσκειν υμάς τίνα τα στοιχεία της αρχής των λογίων του Θεού, και γεγόνατε χρείαν έχοντες γάλακτος και ου στερεάς τροφής.
ΕβΕ-13. πας γαρ ο μετέχων γάλακτος άπειρος λόγου δικαιοσύνης. νήπιος γαρ έστι.
ΕβΕ-14. τελείων δε έστιν η στερεά τροφή, των δια την έξιν τα αισθητήρια γεγυμνασμένα εχόντων προς διάκρισιν καλού τε και κακού.

Κεφάλαιον ΣΤ΄.
Στίχοι 1-12. Ανάγκη προόδου προς την τελειότητα. Ο κίνδυνος της εκπτώσεως.

ΕβΣΤ-1. Διό αφέντες τον της αρχής του Χριστού λόγον επί την τελειότητα φερώμεθα, μη πάλιν θεμέλιον καταβαλλόμενοι μετανοίας από νεκρών έργων, και πίστεως επί Θεόν,
ΕβΣΤ-2. βαπτισμών διδαχής, επιθέσεως τε χειρών, αναστάσεως τε νεκρών και κρίματος αιωνίου.
ΕβΣΤ-3. και τούτο ποιήσομεν, εάνπερ επιτρέπη ο Θεός.
ΕβΣΤ-4. αδύνατον γαρ τους άπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε της δωρεάς της επουρανίου και μετόχους γενηθέντας Πνεύματος Αγίου
ΕβΣΤ-5. και καλόν γευσαμένους Θεού ρήμα δυνάμεις τε μέλλοντος αιώνος,
ΕβΣΤ-6. και παραπεσόντας, πάλιν ανακαινίζειν εις μετάνοιαν, ανασταυρούντας εαυτοίς τον υιόν του Θεού και παραδειγματίζοντας.
ΕβΣΤ-7. γη γαρ η πιούσα τον επ’ αυτής πολλάκις ερχόμενον υετόν και τίκτουσα βοτάνην εύθετον εκείνοις δι’ ους και γεωργείται, μεταλαμβάνει ευλογίας από του Θεού.
ΕβΣΤ-8. εκφέρουσα δε ακάνθας και τριβόλους, αδόκιμος και κατάρας εγγύς, ης το τέλος εις καύσιν.
ΕβΣΤ-9. Πεπείσμεθα δε περί υμών, αγαπητοί, τα κρείττονα και εχόμενα σωτηρίας, ει και ούτω λαλούμεν.
ΕβΣΤ-10. ου γαρ άδικος ο Θεός επιλαθέσθαι του έργου υμών και του κόπου της αγάπης ης ενεδείξασθε εις το όνομα αυτού, διακονήσαντες τοις αγίοις και διακονούντες.
ΕβΣΤ-11. επιθυμούμεν δε έκαστον υμών την αυτήν ενδείκνυσθαι σπουδήν προς την πληροφορίαν της ελπίδος άχρι τέλους,
ΕβΣΤ-12. ίνα μη νωθροί γένησθε, μιμηταί δε των δια πίστεως και μακροθυμίας κληρονομούντων τας επαγγελίας.

Στίχοι 13-20. Ο όρκος του Θεού προς τον Αβραάμ.

ΕβΣΤ-13. Τω γαρ Αβραάμ επαγγειλάμενος ο Θεός, επεί κατ’ ουδενός είχε μείζονος ομόσαι, ώμοσε καθ’ εαυτού,
ΕβΣΤ-14. λέγων. η μην ευλογών ευλογήσω σε και πληθύνων πληθυνώ σε.
ΕβΣΤ-15. και ούτω μακροθυμήσας επέτυχε της επαγγελίας,
ΕβΣΤ-16. άνθρωποι μεν γαρ κατά του μείζονος ομνύουσι, και πάσης αυτοίς αντιλογίας πέρας εις βεβαίωσιν ο όρκος.
ΕβΣΤ-17. εν ω περισσότερον βουλόμενος ο Θεός επιδείξαι τοις κληρονόμοις της επαγγελίας το αμετάθετον της βουλής αυτού, εμεσίτευσεν όρκω,
ΕβΣΤ-18. ίνα δια δύο πραγμάτων αμεταθέτων, εν οις αδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ισχυράν παράκλησιν έχωμεν οι καταφυγόντες κρατήσαι της προκειμένης ελπίδος.
ΕβΣΤ-19. ην ως άγκυραν έχομεν της ψυχής ασφαλή τε και βεβαίαν και εισερχομένην εις το εσώτερον του καταπετάσματος,
ΕβΣΤ-20. όπου πρόδρομος υπερ ημών εισήλθεν Ιησούς, κατά την τάξιν Μελχισεδέκ αρχιερεύς γενόμενος εις τον αιώνα.

Κεφάλαιον Ζ΄.
Στίχοι 1-10. Η αρχιερωσύνη του Χριστού «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».

ΕβΖ-1. Ούτος γαρ ο Μελχισεδέκ, βασιλεύς Σαλήμ, ιερεύς του Θεού του υψίστου, ο συναντήσας Αβραάμ υποστρέφοντι από της κοπής των βασιλέων και ευλογήσας αυτόν,
ΕβΖ-2. ω και δεκάτην από πάντων εμέρισεν Αβραάμ, πρώτον μεν ερμηνευόμενος βασιλεύς δικαιοσύνης, έπειτα δε και βασιλεύς Σαλήμ, ο έστι βασιλεύς ειρήνης,
ΕβΖ-3. απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, μήτε αρχήν ημερών μήτε ζωής τέλος έχων, αφωμοιωμένος δε τω υιώ του Θεού, μένει ιερεύς εις το διηνεκές,
ΕβΖ-4. Θεωρείτε δε πηλίκος ούτος, ω και δεκάτην Αβραάμ έδωκεν εκ των ακροθινίων ο πατριάρχης.
ΕβΖ-5. και οι μεν εκ των υιών Λευΐ την ιερατείαν λαμβάνοντες εντολήν έχουσιν αποδεκατούν τον λαόν κατά τον νόμον, τουτ’ έστι τους αδελφούς αυτών, καίπερ εξεληλυθότας εκ της οσφύος Αβραάμ.
ΕβΖ-6. ο δε μη γενεαλογούμενος εξ αυτών δεδεκάτωτε τον Αβραάμ, και τον έχοντα τας επαγγελίας ευλόγηκε.
ΕβΖ-7. χωρίς δε πάσης αντιλογίας το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται.
ΕβΖ-8. και ώδε μεν δεκάτας αποθνήσκοντες άνθρωποι λαμβάνουσιν, εκεί δε μαρτυρούμενος ότι ζη.
ΕβΖ-9. και ως έπος ειπείν, δια Αβραάμ και Λευΐ ο δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται.
ΕβΖ-10. έτι γαρ εν τη οσφύϊ του πατρός ην ότε συνήντησεν αυτώ ο Μελχισεδέκ.

Στίχοι 11-28. Ο Χριστός έγινεν Αρχιερεύς θυσιάσας εαυτόν.

ΕβΖ-11. Ει μεν ουν τελείωσις δια της Λευϊτικής ιερωσύνης ην. ο λαός γαρ επ’ αυτή νενομοθέτητο. τις έτι χρεία κατά την τάξιν Μελχισεδέκ έτερον ανίστασθαι ιερέα και ου κατά την τάξιν Ααρών λέγεσθαι;
ΕβΖ-12. μετατιθεμένης γαρ της ιερωσύνης εξ ανάγκης και νόμου μετάθεσις γίνεται.
ΕβΖ-13. εφ’ ον γαρ λέγεται ταύτα, φυλής ετέρας μετέσχηκεν, αφ’ ης ουδείς προσέσχηκε τω θυσιαστηρίω.
ΕβΖ-14. πρόδηλον γαρ ότι εξ Ιούδα ανατέταλκεν ο Κύριος ημών, εις ην φυλήν ουδέν περί ιερωσύνης Μωϋσής ελάλησε.
ΕβΖ-15. Και περισσότερον έτι κατάδηλον έστιν, ει κατά την ομοιότητα Μελχισεδέκ ανίστασται ιερεύς έτερος,
ΕβΖ-16. ος ου κατά νόμον εντολής σαρκικής γέγονεν, αλλά κατά δύναμιν ζωής ακαταλύτου.
ΕβΖ-17. μαρτυρεί γαρ ότι συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.
ΕβΖ-18. αθέτησις μεν γαρ γίνεται προαγούσης εντολής δια το αυτής ασθενές και ανωφελές.
ΕβΖ-19. ουδέν γαρ ετελείωσεν ο νόμος, επεισαγωγή δε κρείττονος ελπίδος, δι’ ης εγγίζομεν τω Θεώ.
ΕβΖ-20. και καθ’ όσον ου χωρίς ορκωμοσίας. -- οι μεν γαρ χωρίς ορκωμοσίας εισίν ιερείς γεγονότες,
ΕβΖ-21. ο δε μετά ορκωμοσίας δια του λέγοντος προς αυτόν. ώμοσε Κύριος, και ου μεταμεληθήσεται. συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ . --
ΕβΖ-22. κατά τοσούτον κρείττονος διαθήκης γέγονεν έγγυος Ιησούς.
ΕβΖ-23. Και οι μεν πλείονες εισί γεγονότες ιερείς δια το θανάτω κωλύεσθαι παραμένειν.
ΕβΖ-24. ο δε δια το μένειν αυτόν εις τον αιώνα απαράβατον έχει την ιερωσύνην.
ΕβΖ-25. όθεν και σώζειν εις το παντελές δύναται τους προσερχομένους δι’ αυτού τω Θεώ, πάντοτε ζων εις το εντυγχάνειν υπερ αυτών.
ΕβΖ-26. Τοιούτος γαρ ημίν έπρεπε αρχιερεύς, όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών και υψηλότερος των ουρανών γενόμενος,
ΕβΖ-27. ος ουκ έχει καθ’ ημέραν ανάγκην, ώσπερ οι αρχιερείς, πρότερον υπερ των ιδίων αμαρτιών θυσίας αναφέρειν, έπειτα των του λαού. τούτο γαρ εποίησεν εφάπαξ εαυτόν ανενέγκας.
ΕβΖ-28. ο νόμος γαρ ανθρώπους καθίστησιν αρχιερείς έχοντας ασθένειαν, ο λόγος δε της ορκωμοσίας της μετά τον νόμον υιόν εις τον αιώνα τετελειωμένον.

Κεφάλαιον Η΄.
Στίχοι 1-13. Ο Χριστός είναι ο Αρχιερεύς του αληθινού θυσιαστηρίου και ο μεσίτης της Καινής Διαθήκης.

ΕβΗ-1. Κεφάλαιον δε επί τοις λεγομένοις, τοιούτον έχομεν αρχιερέα, ος εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς,
ΕβΗ-2. των Αγίων λειτουργός και της σκηνής της αληθινής, ην έπηξεν ο Κύριος και ουκ άνθρωπος.
ΕβΗ-3. πας γαρ αρχιερεύς εις το προσφέρειν δώρα τε και θυσίας καθίσταται. όθεν αναγκαίον έχειν τι και τούτον ο προσενέγκη.
ΕβΗ-4. ει μεν γαρ ην επί γης, ουδ’ αν ην ιερεύς, όντων των ιερέων των προσφερόντων κατά τον νόμον τα δώρα,
ΕβΗ-5. οίτινες υποδείγματι και σκιά λατρεύουσι των επουρανίων, καθώς κεχρημάτισται Μωϋσής μέλλων επιτελείν την σκηνήν. όρα γαρ φήσι, ποιήσεις πάντα κατά τον τύπον τον δειχθέντα σοι εν τω όρει.
ΕβΗ-6. νυνί δε διαφορωτέρας τέτευχε λειτουργίας, όσω και κρείττονος εστί διαθήκης μεσίτης, ήτις επί κρείττοσιν επαγγελίαις νενομοθέτηται.
ΕβΗ-7. ει γαρ η πρώτη εκείνη ην άμεμπτος, ουκ αν δευτέρας εζητείτο τόπος.
ΕβΗ-8. μεμφόμενος γαρ αυτοίς λέγει. ιδού ημέραι έρχονται, λέγει Κύριος, και συντελέσω επί τον οίκον Ισραήλ και επί τον οίκον Ιούδα διαθήκην καινήν,
ΕβΗ-9. ου κατά την διαθήκην ην εποίησα τοις πατράσιν αυτών εν ημέρα επιλαβομένου μου της χειρός αυτών εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. ότι αυτοί ουκ ενέμειναν εν τη διαθήκη μου, καγώ ημέλησα αυτών, λέγει Κύριος.
ΕβΗ-10. ότι αύτη η διαθήκη ην διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ μετά τας ημέρας εκείνας, λέγει Κύριος. διδούς νόμους μου εις την διάνοιαν αυτών, και επί καρδίας αυτών επιγράψω αυτούς, και έσομαι αυτοίς εις Θεόν, και αυτοί έσονται μοι εις λαόν.
ΕβΗ-11. και ου μη διδάξωσιν έκαστος τον πολίτην αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού, λέγων. γνώθι τον Κύριον. ότι πάντες ειδήσουσι με από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών.
ΕβΗ-12. ότι ίλεως έσομαι ταις αδικίαις αυτών, και των αμαρτιών αυτών και των ανομιών αυτών ου μη μνησθώ έτι.
ΕβΗ-13. εν τω λέγειν καινήν πεπαλαίωκε την πρώτην. το δε παλαιούμενον και γηράσκον εγγύς αφανισμού.

Κεφάλαιον Θ΄.
Στίχοι 1-10. Η Σκηνή του Μαρτυρίου και αι χωρίς αποτέλεσμα λειτουργίαι της.

ΕβΘ-1. Είχε μεν ουν και η πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας το τε Άγιον κοσμικόν.
ΕβΘ-2. σκηνή γαρ κατεσκευάσθη η πρώτη, εν η η τε λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεσις των άρτων, ήτις λέγεται Άγια.
ΕβΘ-3. μετά δε το δεύτερον καταπέτασμα σκηνή η λεγομένη Άγια Αγίων,
ΕβΘ-4. χρυσούν έχουσα θυμιατήριον και την κιβωτόν της διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίω, εν η στάμνος χρυσή έχουσα το μάννα και η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα και αι πλάκες της διαθήκης,
ΕβΘ-5. υπεράνω δε αυτής Χερουβίμ δόξης κατασκιάζοντα το ιλαστήριον. περί ων ουκ έστι νυν λέγειν κατά μέρος.
ΕβΘ-6. Τούτων δε ούτω κατεσκευασμένων εις μεν την πρώτην σκηνήν δια παντός εισίασιν οι ιερείς τας λατρείας επιτελούντες,
ΕβΘ-7. εις δε την δευτέραν άπαξ του ενιαυτού μόνος ο αρχιερεύς, ου χωρίς αίματος, ο προσφέρει υπερ εαυτού και των του λαού αγνοημάτων,
ΕβΘ-8. τούτο δηλούντος του Πνεύματος του Αγίου, μήπω πεφανερώσθαι την των Αγίων οδόν, έτι της πρώτης σκηνής εχούσης στάσιν.
ΕβΘ-9. ήτις παραβολή εις τον καιρόν τον ενεστηκότα, καθ’ ον δώρα τε και θυσίαι προσφέρονται μη δυνάμεναι κατά συνείδησιν τελειώσαι τον λατρεύοντα,
ΕβΘ-10. μόνον επί βρώμασι και πόμασι και διαφόροις βαπτισμοίς και δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιρού διορθώσεως επικείμενα.

Στίχοι 11-22. Το Αίμα του Χριστού.

ΕβΘ-11. Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τουτ’ έστιν ου ταύτης της κτίσεως,
ΕβΘ-12. ουδέ δι’ αίματος τράγων και μόσχων, δια δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος.
ΕβΘ-13. ει γαρ το αίμα ταύρων και τράγων και σποδός δαμάλεως ραντίζουσα τους κεκοινωμένους αγιάζει προς την της σαρκός καθαρότητα,
ΕβΘ-14. πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, ος δια Πνεύματος αιωνίου εαυτόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεώ, καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεώ ζώντι;
ΕβΘ-15. Και δια τούτο διαθήκης καινής μεσίτης εστίν, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη παραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας.
ΕβΘ-16. όπου γαρ διαθήκη, θάνατον ανάγκη φέρεσθαι του διαθεμένου.
ΕβΘ-17. διαθήκη γαρ επί νεκροίς βεβαία, επεί μήποτε ισχύει ότε ζη ο διαθέμενος.
ΕβΘ-18. Όθεν ουδ’ η πρώτη χωρίς αίματος εγκεκαίνισται.
ΕβΘ-19. λαληθείσης γαρ πάσης εντολής κατά τον νόμον υπό Μωϋσέως παντί τω λαώ, λαβών το αίμα των μόσχων και τράγων μετά ύδατος και ερίου κοκκίνου και υσσώπου, αυτό τε το βιβλίον και πάντα τον λαόν ερράντισε
ΕβΘ-20. λέγων. τούτο το αίμα της διαθήκης ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός.
ΕβΘ-21. και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε.
ΕβΘ-22. και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις.

Στίχοι 23-28. Ο Χριστός δια της θυσίας του εξήλειψε την αμαρτίαν.

ΕβΘ-23. Ανάγκη ουν τα μεν υποδείγματα των εν τοις ουρανοίς τούτοις καθαρίζεσθαι, αυτά δε τα επουράνια κρείττοσι θυσίαις παρά ταύτας.
ΕβΘ-24. ου γαρ εις χειροποίητα Άγια εισήλθεν ο Χριστός, αντίτυπα των αληθινών, αλλ’ εις αυτόν τον ουρανόν, νυν εμφανισθήναι τω προσώπω του Θεού υπερ ημών.
ΕβΘ-25. ουδ’ ίνα πολλάκις προσφέρη εαυτόν, ώσπερ ο αρχιερεύς εισέρχεται εις τα Άγια κατ’ ενιαυτόν εν αίματι αλλοτρίω.
ΕβΘ-26. επεί έδει αυτόν πολλάκις παθείν από καταβολής κόσμου. νυν δε άπαξ επί συντελεία των αιώνων εις αθέτησιν αμαρτίας δια της θυσίας αυτού πεφανέρωται.
ΕβΘ-27. και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις,
ΕβΘ-28. ούτω και ο Χριστός, άπαξ προσενεχθείς εις το πολλών ανενεγκείν αμαρτίας, εκ δευτέρου χωρίς αμαρτίας οφθήσεται τοις αυτόν απεκδεχομένοις εις σωτηρίαν.

Κεφάλαιον Ι΄.
Στίχοι 1-10. Αι θυσίαι του Μωσαϊκού νόμου ανεπαρκείς.

ΕβΙ-1.Σκιάν γαρ έχων ο νόμος των μελλόντων αγαθών, ουκ αυτήν την εικόνα των πραγμάτων, κατ’ ενιαυτόν ταις αυταίς θυσίαις ας προσφέρουσιν εις το διηνεκές, ουδέποτε δύναται τους προσερχομένους τελειώσαι.
ΕβΙ-2. επεί ουκ αν επαύσαντο προσφερόμεναι, δια το μηδεμίαν έχειν έτι συνείδησιν αμαρτιών τους λατρεύοντας, άπαξ κεκαθαρμένους;
ΕβΙ-3. αλλ’ εν αυταίς ανάμνησις αμαρτιών κατ’ ενιαυτόν.
ΕβΙ-4. αδύνατον γαρ αίμα ταύρων και τράγων αφαιρείν αμαρτίας.
ΕβΙ-5. Διό εισερχόμενος εις τον κόσμον λέγει. θυσίαν και προσφοράν ουκ ηθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι.
ΕβΙ-6. ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ ευδόκησας.
ΕβΙ-7. τότε είπον. ιδού ήκω, εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί εμού του ποιήσαι, ο Θεός, το θέλημα σου.
ΕβΙ-8. ανώτερον λέγων ότι θυσίαν και προσφοράν και ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ ηθέλησας ουδέ ευδόκησας, αίτινες κατά τον νόμον προσφέρονται,
ΕβΙ-9. τότε είρηκεν. ιδού ήκω του ποιήσαι, ο Θεός, το θέλημα σου. αναιρεί το πρώτον ίνα το δεύτερον στήση.
ΕβΙ-10. εν ω θελήματι ηγιασμένον εσμέν δια της προσφοράς του σώματος του Ιησού Χριστού εφάπαξ.

Στίχοι 11-18. Μόνη αποτελεσματική η θυσία του Χριστού.

ΕβΙ-11. Και πας μεν ιερεύς έστηκε καθ’ ημέραν λειτουργών και τας αυτάς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αίτινες ουδέποτε δύνανται περιελείν αμαρτίας.
ΕβΙ-12. αυτός δε μίαν υπερ αμαρτιών προσενέγκας θυσίαν εις το διηνεκές εκάθισεν εν δεξιά του Θεού,
ΕβΙ-13. το λοιπόν εκδεχόμενος έως τεθώσιν οι εχθροί αυτού υποπόδιον των ποδών αυτού.
ΕβΙ-14. μιά γαρ προσφορά τετελείωκεν εις το διηνεκές τους αγιαζομένους.
ΕβΙ-15, Μαρτυρεί δε ημίν και το Πνεύμα το Άγιον. μετά γαρ το προειρηκέναι,
ΕβΙ-16. αύτη η διαθήκη ην διαθήσομαι προς αυτούς μετά τας ημέρας εκείνας, λέγει Κύριος. διδούς νόμους μου επί καρδίας αυτών, και επί των διανοιών αυτών επιγράψω αυτούς,
ΕβΙ-17. και των αμαρτιών αυτών και των ανομιών αυτών ου μη μνησθώ έτι.
ΕβΙ-18. όπου δε άφεσις τούτων, ουκέτι προσφορά περί αμαρτίας.

Στίχοι 19-25. Ανάγκη στηριγμού εις την πίστιν.

ΕβΙ-19. Έχοντες ουν, αδελφοί, παρρησίαν εις την είσοδον των Αγίων εν τω αίματι του Ιησού,
ΕβΙ-20. ην ενεκαίνισεν ημίν οδόν πρόσφατον και ζώσαν δια του καταπετάσματος, τουτ’ έστι της σαρκός αυτού,
ΕβΙ-21. και ιερέα μέγαν επί τον οίκον του Θεού,
ΕβΙ-22. προσερχόμεθα μετά αληθινής καρδίας εν πληροφορία πίστεως ερραντισμένοι τας καρδίας από συνειδήσεως πονηράς,
ΕβΙ-23. και λελουμένοι το σώμα ύδατι καθαρώ κατέχωμεν την ομολογίαν της ελπίδος ακλινή. πιστός γαρ ο επαγγειλάμενος.
ΕβΙ-24. και κατανοώμεν αλλήλους εις παραξυσμόν αγάπης και καλών έργων,
ΕβΙ-25. μη εγκαταλείποντες την επισυναγωγήν εαυτών, καθώς έθος τισίν, αλλά παρακαλούντες, και τοσούτω μάλλον, όσω βλέπετε εγγίζουσαν την ημέραν.


Στίχοι 26-31. Τιμωρίαι εκείνων οι οποίοι θεληματικώς αμαρτάνουν.

ΕβΙ-26. Εκουσίως γαρ αμαρτανόντων ημών μετά το λαβείν την επίγνωσιν της αληθείας, ουκέτι περί αμαρτιών απολείπεται θυσία,
ΕβΙ-27. φοβερά δε τις εκδοχή κρίσεως και πυρός ζήλος εσθίειν μέλλοντος τους υπεναντίους.
ΕβΙ-28. αθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρίς οικτιρμών επί δυσίν ή τρισί μάρτυσιν αποθνήσκει.
ΕβΙ-29. πόσω δοκείτε χείρονος αξιωθήσεται τιμωρίας ο τον υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη, και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας;
ΕβΙ-30. οίδαμεν γαρ τον ειπόντα. εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος. και πάλιν. Κύριος κρινεί τον λαόν αυτού.
ΕβΙ-31. φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος.

Στίχοι 32-39. Έχομεν ανάγκην υπομονής.

ΕβΙ-32. Αναμιμνήσκεσθε δε τας πρότερον ημέρας, εν αις φωτισθέντες πολλήν άθλησιν υπεμείνατε παθημάτων,
ΕβΙ-33. τούτο μεν ονειδισμοίς τε και θλίψεσι θεατριζόμενοι, τούτο δε κοινωνοί των ούτως αναστρεφομένων γενηθέντες.
ΕβΙ-34. και γαρ τοις δεσμοίς μου συνεπαθήσατε και την αρπαγήν των υπαρχόντων υμών μετά χαράς προσεδέξασθε, γινώσκοντες έχειν εν εαυτοίς κρείττονα ύπαρξιν εν ουρανοίς και μένουσαν.
ΕβΙ-35. Μη αποβάλητε ουν την παρρησίαν υμών, ήτις έχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
ΕβΙ-36. υπομονής γαρ έχετε χρείαν, ίνα το θέλημα του Θεού ποιήσαντες κομίσησθε την επαγγελίαν.
ΕβΙ-37. έτι γαρ μικρόν όσον όσον, ο ερχόμενος ήξει και ου χρονιεί.
ΕβΙ-38. ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται. και εάν υποστείληται, ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτώ.
ΕβΙ-39. ημείς δε ουκ εσμέν υποστολής εις απώλειαν, αλλά πίστεως εις περιποίησιν ψυχής.

Κεφάλαιον ΙΑ΄.
Στίχοι1-40. Ηρωικά παραδείγματα πίστεως παλαιότερα και μεταγενέστερα.


ΕβΙΑ-1. Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων.
ΕβΙΑ-2. εν ταύτη γαρ εμαρτυρήθησαν οι πρεσβύτεροι.
ΕβΙΑ-3. Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι.
ΕβΙΑ-4. Πίστει πλείονα θυσίαν Άβελ παρά Κάϊν προσήνεγκε τω Θεώ, δι’ ης εμαρτυρήθη είναι δίκαιος, μαρτυρούντος επί τοις δώροις αυτού του Θεού, και δι’ αυτής αποθανών έτι λαλείται.
ΕβΙΑ-5. Πίστει Ενώχ μετετέθη του μη ιδείν θάνατον, και ουχ ευρίσκετο, διότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός. προ γαρ της μεταθέσεως αυτού μεμαρτύρηται ευηρεστηκέναι τω Θεώ.
ΕβΙΑ-6. χωρίς δε πίστεως αδύνατον ευαρεστήσαι. πιστεύσαι γαρ δει τον προσερχόμενον τω Θεώ ότι έστι και τοις εκζητούσιν αυτόν μισθαποδότης γίνεται.
ΕβΙΑ-7. Πίστει χρηματισθείς Νώε περί των μηδέπω βλεπομένων, ευλαβηθείς κατεσκεύασε κιβωτόν εις σωτηρίαν του οίκου αυτού, δι’ ης κατέκρινε τον κόσμον, και της κατά πίστιν δικαιοσύνης εγένετο κληρονόμος.
ΕβΙΑ-8. Πίστει καλούμενος Αβραάμ υπήκουσεν εξελθείν εις τον τόπον ον έμελλε λαμβάνειν εις κληρονομίαν, και εξήλθε μη επιστάμενος που έρχεται.
ΕβΙΑ-9. Πίστει παρώκησεν εις την γην της επαγγελίας ως αλλοτρίαν, εν σκηναίς κατοικήσας μετά Ισαάκ και Ιακώβ των συγκληρονόμων της επαγγελίας της αυτής.
ΕβΙΑ-10. εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πόλιν, ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός.
ΕβΙΑ-11. Πίστει και αυτή Σάρρα δύναμιν εις καταβολήν σπέρματος έλαβε και παρά καιρόν ηλικίας έτεκεν, επεί πιστόν ηγήσατο τον επαγγειλάμενον.
ΕβΙΑ-12. διό και αφ’ ενός εγεννήθησαν, και ταύτα νενεκρωμένου, καθώς τα άστρα του ουρανού τω πλήθει και ως η άμμος η παρά το χείλος της θαλάσσης η αναρίθμητος.
ΕβΙΑ-13. Κατά πίστιν απέθανον ούτοι πάντες, μη λαβόντες τας επαγγελίας, αλλά πόρρωθεν αυτάς ιδόντες και ασπασάμενοι, και ομολογήσαντες ότι ξένοι και παρεπίδημοι εισίν επί της γης.
ΕβΙΑ-14. οι γαρ τοιαύτα λέγοντες εμφανίζουσιν ότι πατρίδα επιζητούσι.
ΕβΙΑ-15. και ει μεν εκείνης εμνημόνευον, αφ’ ης εξήλθον, είχον αν καιρόν ανακάμψαι.
ΕβΙΑ-16. νυν δε κρείττονος ορέγονται, τουτ’ έστιν επουρανίου, διό ουκ επαισχύνεται αυτούς ο Θεός Θεός επικαλείσθαι αυτών. ητοίμασε γαρ αυτοίς πόλιν.
ΕβΙΑ-17. Πίστει προσενήνοχεν Αβραάμ τον Ισαάκ πειραζόμενος, και τον μονογενή προσέφερεν ο τας επαγγελίας αναδεξάμενος,
ΕβΙΑ-18. προς ον ελαλήθη ότι εν Ισαάκ κληθήσεται σοι σπέρμα,
ΕβΙΑ-19. λογισάμενος ότι και εκ νεκρών εγείρειν δυνατός ο Θεός. όθεν αυτόν και εν παραβολή εκομίσατο.
ΕβΙΑ-20. Πίστει περί μελλόντων ευλόγησεν Ισαάκ τον Ιακώβ και τον Ησαύ.
ΕβΙΑ-21. Πίστει Ιακώβ αποθνήσκων έκαστον των υιών Ιωσήφ ευλόγησε, και προσεκύνησεν επί το άκρον της ράβδου αυτού.
ΕβΙΑ-22. Πίστει Ιωσήφ τελευτών περί της εξόδου των υιών Ισραήλ εμνημόνευσε και περί των οστέων αυτού ενετείλατο.
ΕβΙΑ-23. Πίστει Μωϋσής γεννηθείς εκρύβη τρίμηνον υπό των πατέρων αυτού, διότι είδον αστείον το παιδίον, και ουκ εφοβήθησαν το διάταγμα του βασιλέως.
ΕβΙΑ-24. Πίστει Μωϋσής μέγας γενόμενος ηρνήσατο λέγεσθαι υιός θυγατρός Φαραώ,
ΕβΙΑ-25. μάλλον ελόμενος συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν,
ΕβΙΑ-26. μείζονα πλούτον ηγησάμενος των Αιγύπτου θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού. απέβλεπε γαρ εις την μισθαποδοσίαν.
ΕβΙΑ-27. Πίστει κατέλιπεν Αίγυπτον μη φοβηθείς τον θυμόν του βασιλέως. τον γαρ αόρατον ως ορών εκαρτέρησε.
ΕβΙΑ-28. Πίστει πεποίηκε το πάσχα και την πρόσχυσιν του αίματος, ίνα μη ο ολοθρεύων τα πρωτότοκα θίγη αυτών.
ΕβΙΑ-29. Πίστει διέβησαν την Ερυθράν θάλασσαν ως δια ξηράς, ης πείραν λαβόντες οι Αιγύπτιοι κατεπόθησαν.
ΕβΙΑ-30. Πίστει τα τείχη Ιεριχώ έπεσε κυκλωθέντα επί επτά ημέρας.
ΕβΙΑ-31. Πίστει Ραάβ η πόρνη ου συναπώλετο τοις απειθήσασι, δεξαμένη τους κατασκόπους μετ’ ειρήνης.
ΕβΙΑ-32. Και τι έτι λέγω; επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος περί Γεδεών, Βαράκ τε και Σαμψών και Ιεφθάε, Δαυΐδ τε και Σαμουήλ και των προφητών,
ΕβΙΑ-33. οι δια πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων,
ΕβΙΑ-34. έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων.
ΕβΙΑ-35. έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών. άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν.
ΕβΙΑ-36. έτεροι δε εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής.
ΕβΙΑ-37. ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόβω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
ΕβΙΑ-38. ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης.
ΕβΙΑ-39. Και ούτοι πάντες μαρτυρηθέντες δια της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν,
ΕβΙΑ- 40. του Θεού περί ημών κρείττον τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι.

Κεφάλαιον ΙΒ΄.
Στίχοι 1-13. Τα ευεργετικά αποτελέσματα των θλίψεων.

ΕβΙΒ-1. Τοιγαρούν και ημείς, τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν, δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα,
ΕβΙΒ-2. αφορώντες εις τον της πίστεως αργηγόν και τελειωτήν Ιησούν, ος αντί της προκειμένης αυτώ χαράς υπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας, εν δεξιά τε του θρόνου του Θεού κεκάθικεν.
ΕβΙΒ-3. αναλογίσασθε γαρ τον τοιαύτην υπομεμενηκότα υπό των αμαρτωλών εις αυτόν αντιλογίαν, ίνα μη κάμητε ταις ψυχαίς υμών εκλυόμενοι.
ΕβΙΒ-4. Ούπω μέχρις αίματος αντικατέστητε προς την αμαρτίαν ανταγωνιζόμενοι,
ΕβΙΒ-5. και εκλέλησθε της παρακλήσεως, ήτις υμίν ως υιοίς διαλέγεται. υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ’ αυτού ελεγχόμενος.
ΕβΙΒ-6. ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται.
ΕβΙΒ-7. ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός. τις γαρ έστιν υιός ον ου παιδεύει πατήρ;
ΕβΙΒ-8. ει δε χωρίς έστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί.
ΕβΙΒ-9. είτα τους μεν της σαρκός ημών πατέρας είχομεν παιδευτάς και ενετρεπόμεθα. ου πολλώ μάλλον υποταγησόμεθα τω πατρί των πνευμάτων και ζήσομεν;
ΕβΙΒ-10. οι μεν γαρ προς ολίγας ημέρας κατά το δοκούν αυτοίς επαίδευον, ο δε επί το συμφέρον, εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού.
ΕβΙΒ-11. πάσα δε παιδεία προς μεν το παρόν ου δοκεί χαράς είναι, αλλά λύπης, ύστερον δε καρπόν ειρηνικόν τοις δι’ αυτής γεγυμνασμένοις αποδίδωσι δικαιοσύνης.
ΕβΙΒ-12. Διό τας παρειμένας χείρας και τα παραλελυμένα γόνατα ανορθώσατε,
ΕβΙΒ-13. και τροχιάς ορθάς ποιήσατε τοις ποσίν υμών, ίνα μη το χωλόν εκτραπή, ιαθή δε μάλλον.

Στίχοι 14-17. Αναγκαιότης της ειρήνης και του αγιασμού.

ΕβΙΒ-14. Ειρήνην διώκετε μετά πάντων, και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον,
ΕβΙΒ-15. επισκοπούντες μη τις υστερών από της χάριτος του Θεού, μη τις ρίζα πικρίας άνω φύουσα ενοχλή και δια ταύτης μιανθώσι πολλοί,
ΕβΙΒ-16. μη τις πόρνος ή βέβηλος ως Ησαύ, ος αντί βρώσεως μιάς απέδοτο τα πρωτοτόκια αυτού.
ΕβΙΒ-17. ίστε γαρ ότι και μετέπειτα, θέλων κληρονομήσαι την ευλογίαν, απεδοκιμάσθη. μετανοίας γαρ τόπον ουχ εύρε, καίπερ μετά δακρύων εκζητήσας αυτήν.

Στίχοι 18-29. Η Καινή Διαθήκη ανωτέρα της Παλαιάς. Προσοχή λοιπόν.

ΕβΙΒ-18. Ου γαρ προσεληλύθατε ψηλαφωμένω όρει και κεκαυμένω πυρί και γνόφω και σκότω και θυέλλη
ΕβΙΒ-19. και σάλπιγγος ήχω και φωνή ρημάτων, ης οι ακούσαντες παρητήσαντο μη προστεθήναι αυτοίς λόγον.
ΕβΙΒ-20. ουκ έφερον γαρ το διαστελλόμενον. καν θηρίον θίγη του όρους, λιθοβοληθήσεται.
ΕβΙΒ-21. και. ούτω φοβερόν ην το φανταζόμενον! Μωϋσής είπεν. έκφοβος ειμί και έντρομος.
ΕβΙΒ-22. αλλά προσεληλύθατε Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων,
ΕβΙΒ-23. πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων, και κριτή Θεώ πάντων, και πνεύμασι δικαίων τετελειωμένων,
ΕβΙΒ-24. και διαθήκης νέας μεσίτη Ιησού, και αίματι ραντισμού κρείττον λαλούντι παρά τον Άβελ.
ΕβΙΒ-25. Βλέπετε μη παραιτήσησθε τον λαλούντα. ει γαρ εκείνοι ουκ έφυγον τον επί της γης παραιτησάμενοι χρηματίζοντα, πολλώ μάλλον ημείς οι τον απ’ ουρανών αποστρεφόμενοι.
ΕβΙΒ-26. ου η φωνή την γην εσάλευσε τότε, νυν δε επήγγελται λέγων. έτι άπαξ εγώ σείω ου μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν.
ΕβΙΒ-27. το δε έτι άπαξ δηλοί των σαλευομένων την μετάθεσιν ως πεποιημένων, ίνα μείνη τα μη σαλευόμενα.
ΕβΙΒ-28. Διό βασιλείαν ασάλευτον παραλαμβάνοντες έχωμεν χάριν, δι’ ης λατρεύωμεν ευαρέστως τω Θεώ μετά αιδούς και ευλαβείας.
ΕβΙΒ-29. και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον.

Κεφάλαιον ΙΓ΄.
Στίχοι 1-6. Κοινωνικαί υποχρεώσεις των Χριστιανών.

ΕβΙΓ-1. Η φιλαδελφία μενέτω,
ΕβΙΓ-2. της φιλοξενίας μη επιλανθάνεσθε. δια ταύτης γαρ έλαθον τινές ξενίσαντες αγγέλους.
ΕβΙΓ-3. μιμνήσκεσθε των δεσμίων ως συνδεδεμένοι, των κακουχουμένων ως και αυτοί όντες εν σώματι.
ΕβΙΓ-4. Τίμιος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος. πόρνους δε και μοιχούς κρινεί ο Θεός.
ΕβΙΓ-5. Αφιλάργυρος ο τρόπος, αρκούμενοι τοις παρούσιν. αυτός γαρ είρηκεν. ου μη σε ανώ ουδ’ ου μη σε εγκαταλίπω.
ΕβΙΓ-6. ώστε θαρρούντας ημάς λέγειν. Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι. τι ποιήσει μοι άνθρωπος;

Στίχοι 7-19. Θρησκευτικαί υποχρεώσεις αυτών. Υποταγή εις τους πνευματικούς προϊσταμένους.

ΕβΙΓ-7. Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν.
ΕβΙΓ-8. Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας.
ΕβΙΓ-9. διδαχαίς ποικίλαις και ξέναις μη παραφέρεσθε. καλόν γαρ χάριτι βεβαιούσθαι την καρδίαν, ου βρώμασιν, εν οις ουκ ωφελήθησαν οι περιπατήσαντες.
ΕβΙΓ-10. έχομεν θυσιαστήριον εξ ου φαγείν ουκ έχουσιν εξουσίαν οι τη σκηνή λατρεύοντες.
ΕβΙΓ-11. ων γαρ εισφέρεται ζώων το αίμα περί αμαρτίας εις τα Άγια δια του αρχιερέως, τούτων τα σώματα κατακαίεται έξω της παρεμβολής.
ΕβΙΓ-12. διό και Ιησούς, ίνα αγιάση δια του ιδίου αίματος τον λαόν, έξω της πύλης έπαθε.
ΕβΙΓ-13. τοίνυν εξερχώμεθα προς αυτόν έξω της παρεμβολής τον ονειδισμόν αυτού φέροντες.
ΕβΙΓ-14. ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν.
ΕβΙΓ-15. δι’ αυτού ουν αναφέρωμεν θυσίαν αινέσεως δια παντός τω Θεώ, τουτ’ έστι καρπόν χειλέων ομολογούντων τω ονόματι αυτού.
ΕβΙΓ-16. της δε ευποιΐας και κοινωνίας μη επιλανθάνεσθε. τοιαύταις γαρ θυσίαις ευαρεστείται ο Θεός.
ΕβΙΓ-17. Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπερ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες. ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι και μη στενάζοντες. αλυσιτελές γαρ υμίν τούτο.
ΕβΙΓ-18. Προσεύχεσθε περί ημών. πεποίθαμεν γαρ ότι καλήν συνείδησιν έχομεν, εν πάσι καλώς θέλοντες αναστρέφεσθαι.
ΕβΙΓ-19. περισσοτέρως δε παρακαλώ τούτο ποιήσαι, ίνα τάχιον αποκατασταθώ υμίν.

Στίχοι 20-25. Ευχαί και χαιρετισμοί.

ΕβΙΓ-20. Ο δε Θεός της ειρήνης, ο αναγαγών εκ νεκρών τον ποιμένα των προβάτων τον μέγαν εν αίματι διαθήκης αιωνίου, τον Κύριον ημών Ιησούν,
ΕβΙΓ-21. καταρτίσαι υμάς εν παντί έργω αγαθώ εις το ποιήσαι το θέλημα αυτού, ποιών εν υμίν το ευάρεστον ενώπιον αυτού δια Ιησού Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
ΕβΙΓ-22. Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, ανέχεσθε του λόγου της παρακλήσεως. και γαρ δια βραχέων επέστειλα υμίν.
ΕβΙΓ-23. Γινώσκετε τον αδελφόν Τιμόθεον απολελυμένον, μεθ’ ου, εάν τάχιον έρχηται, όψομαι υμάς.
ΕβΙΓ-24. Ασπάσασθε πάντας τους ηγουμένους υμών και πάντας τους αγίους. Ασπάζονται υμάς οι από της Ιταλίας.
ΕβΙΓ-25. Η χάρις μετά πάντων υμών. αμήν.
ΚΑΘΟΛΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ
ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Κεφάλαιον Α!
Στίχοι 1-4. Αι θλίψεις μας ωφελούν πνευματικώς.

ΙακΑ-1. Ιάκωβος, Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού δούλος, ταις δώδεκα φυλαίς ταις εν τη διασπορά χαίρειν.
ΙακΑ-2. Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις,
ΙακΑ-3. γινώσκοντες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν.
ΙακΑ-4. η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι.

Στίχοι 5-8. Αίτησις σοφίας παρά Θεού.

ΙακΑ-5. Ει δε τις υμών λείπεται σοφίας, αιτείτω παρά του διδόντος Θεού πάσιν απλώς και ουκ ονειδίζοντος, και δοθήσεται αυτώ.
Ιακ Α-6. αιτείτω δε εν πίστει, μηδέν διακρινόμενος. ο γαρ διακρινόμενος έοικε κλύδωνι θαλάσσης ανεμιζομένω και ριπιζομένω.
ΙακΑ-7. μη γαρ οιέσθω ο άνθρωπος εκείνος ότι λήψεται τι παρά του Κυρίου.
ΙακΑ-8. ανήρ δίψυχος ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού.

Στίχοι 9-11. Η πτωχεία δεν είναι κακόν και ο πλούτος δεν είναι πλεονέκτημα.

ΙακΑ-9. καυχάσθω δε ο αδελφός ο ταπεινός εν τω ύψει αυτού,
ΙακΑ-10. ο δε πλούσιος εν τη ταπεινώσει αυτού, ότι ως άνθος χόρτου παρελεύσεται.
ΙακΑ-11. ανέτειλε γαρ ο ήλιος συν τω καύσωνι και εξήρανε τον χόρτον, και το άνθος αυτού εξέπεσε, και η ευπρέπεια του προσώπου αυτού απώλετο. ούτω και ο πλούσιος εν ταις πορείαις αυτού μαρανθήσεται.

Στίχος 12. Η υπομονή θα ανταμειφθή.

ΙακΑ-12. Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν. ότι δόκιμος γενόμενος λήψεται τον στέφανον της ζωής, ον επηγγείλατο ο Κύριος τοις αγαπώσιν αυτόν.

Στίχοι 13-18. Ο Θεός είναι η πηγή των τελείων δωρημάτων.

ΙακΑ-13. Μηδείς πειραζόμενος λεγέτω ότι από Θεού πειράζομαι. ο γαρ Θεός απείραστος εστί κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα.
ΙακΑ-14. έκαστος δε πειράζεται υπό της ιδίας επιθυμίας εξελκόμενος και δελεαζόμενος.
ΙακΑ-15. είτα η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν, η δε αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον.
ΙακΑ-16. Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί.
ΙακΑ-17. πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του πατρός των φώτων, παρ' ω ουκ ένι παραλλαγή ή τροπής αποσκίασμα.
ΙακΑ-18. βουληθείς απεκύησεν ημάς λόγω αληθείας εις το είναι ημάς απαρχήν τινά των αυτού κτισμάτων.

Στίχοι 19-27. Πρέπει να εφαρμόζωμεν τον θείον λόγον.

ΙακΑ-19. Ώστε, αδελφοί μου αγαπητοί, έστω πας άνθρωπος ταχύς εις το ακούσαι, βραδύς εις το λαλήσαι, βραδύς εις οργήν.
ΙακΑ-20. οργή γαρ ανδρός δικαιοσύνην Θεού ου κατεργάζεται.
ΙακΑ-21. διό αποθέμενοι πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας εν πραΰτητι δέξασθε τον έμφυτον λόγον τον δυνάμενον σώσαι τας ψυχάς υμών.
ΙακΑ-22. Γίνεσθε δε ποιηταί λόγου και μη μόνον ακροαταί, παραλογιζόμενοι εαυτούς.
ΙακΑ-23. ότι ει τις ακροατής λόγου εστί και ου ποιητής, ούτος έοικεν ανδρί κατανοούντι το πρόσωπον της γενέσεως αυτού εν εσόπτρω.
ΙακΑ-24. κατενόησε γαρ εαυτόν και απελήλυθε, και ευθέως επελάθετο οποίος ην.
ΙακΑ-25. ο δε παρακύψας εις νόμον τέλειον τον της ελευθερίας και παραμείνας, ούτος ουκ ακροατής επιλησμονής γενόμενος, αλλά ποιητής έργου, ούτος μακάριος εν τη ποιήσει αυτού έσται.
ΙακΑ-26. Ει τις δοκεί θρήσκος είναι εν υμίν μη χαλιναγωγών γλώσσαν αυτού, αλλ' απατών καρδίαν αυτού, τούτου μάταιος η θρησκεία.
ΙακΑ-27. θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι 1-13. Αποφυγή της προσωποληψίας.

ΙακΒ-1. Αδελφοί μου, μη εν προσωποληψίαις έχετε την πίστιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού της δόξης.
ΙακΒ-2. εάν γαρ εισέλθη εις την συναγωγήν υμών ανήρ χρυσοδακτύλιος εν εσθήτι λαμπρά, εισέλθη δε και πτωχός εν ρυπαρά εσθήτι,
ΙακΒ-3. και επιβλέψητε επί τον φορούντα την εσθήτα την λαμπράν και είπητε αυτώ, συ κάθου ώδε καλώς, και τω πτωχώ είπητε, συ στήθι εκεί ή κάθου ώδε υπό το υποπόδιον μου,
ΙακΒ-4. και ου διεκρίθητε εν εαυτοίς και εγένεσθε κριταί διαλογισμών πονηρών;
Ιακ Β-5. Ακούσατε, αδελφοί μου αγαπητοί. ουχ ο Θεός εξελέξατο τους πτωχούς του κόσμου πλουσίους εν πίστει και κληρονόμους της βασιλείας ης επηγγείλατο τοις αγαπώσιν αυτόν;
ΙακΒ-6. υμείς δε ητιμάσατε τον πτωχόν. ουχ οι πλούσιοι καταδυναστεύουσιν υμών, και αυτοί έλκουσιν υμάς εις κριτήρια;
Ιακ Β-7. ουκ αυτοί βλασφημούσι το καλόν όνομα το επικληθέν εφ' υμάς;
ΙακΒ-8. ει μέντοι νόμον τελείτε βασιλικόν κατά την γραφήν, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν, καλώς ποιείτε.
ΙακΒ-9. ει δε προσωποληπτείτε, αμαρτίαν εργάζεσθε, ελεγχόμενοι υπό του νόμου ως παραβάται.
ΙακΒ-10. όστις γαρ όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί, γέγονε πάντων ένοχος.
ΙακΒ-11. ο γαρ ειπών μη μοιχεύσης, είπε και μη φονεύσης. ει δε ου μοιχεύσεις, φονεύσεις δε, γέγονας παραβάτης νόμου.
ΙακΒ-12. ούτω λαλείτε και ούτω ποιείτε, ως δια νόμου ελευθερίας μέλλοντες κρίνεσθαι.
ΙακΒ-13. η γαρ κρίσις ανέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος. κατακαυχάται έλεος κρίσεως.

Στίχοι 14-26. Πίστις και έργα.

ΙακΒ-14. Τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν πίστιν λέγη τις έχειν, έργα δε μη έχη; μη δύναται η πίστις σώσαι αυτόν;
ΙακΒ-15. εάν δε αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι και λειπόμενοι ώσι της εφημέρου τροφής,
ΙακΒ-16. είπη δε τις αυτοίς εξ υμών, υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, μη δώτε δε αυτοίς τα επιτήδεια του σώματος, τι το όφελος;
ΙακΒ-17. ούτω και η πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά έστι καθ' εαυτήν.
ΙακΒ-18. αλλ' ερεί τις. συ πίστιν έχεις, καγώ έργα έχω. δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου, καγώ δείξω σοι εκ των έργων μου την πίστιν μου.
ΙακΒ-19. συ πιστεύεις ότι ο Θεός εις έστι. καλώς ποιείς. και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι.
ΙακΒ-20. θέλεις δε γνώναι, ω άνθρωπε κενέ, ότι η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστιν;
ΙακΒ-21. Αβραάμ ο πατήρ ημών ουκ εξ έργων εδικαιώθη, ανενέγκας Ισαάκ τον υιόν αυτού επί το θυσιαστήριον;
ΙακΒ-22. βλέπεις ότι η πίστις συνήργει τοις έργοις αυτού, και εκ των έργων η πίστις ετελειώθη,
ΙακΒ-23. και επληρώθη η γραφή η λέγουσα. επίστευσε δε Αβραάμ τω Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην, και φίλος Θεού εκλήθη.
ΙακΒ-24. οράτε τοίνυν ότι εξ έργων δικαιούται άνθρωπος και ουκ εκ πίστεως μόνον.
ΙακΒ-25. ομοίως δε και Ραάβ η πόρνη ουκ εξ έργων εδικαιώθη υποδεξαμένη τους αγγέλους και ετέρα οδώ εκβαλούσα;
ΙακΒ-26. ώσπερ γαρ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστι.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-12. Προσοχή εις τους λόγους μας.

ΙακΓ-1. Μη πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε, αδελφοί μου, ειδότες ότι μείζον κρίμα ληψόμεθα.
ΙακΓ-2. πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα.
ΙακΓ-3. ίδε των ίππων τους χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν.
ΙακΓ-4. ιδού και τα πλοία, τηλικαύτα όντα και υπό σκληρών ανέμων ελαυνόμενα, μετάγεται υπό ελαχίστου πηδαλίου όπου αν η ορμή του ευθύνοντος βούληται.
ΙακΓ-5. ούτω και η γλώσσα μικρόν μέλος εστί και μεγαλαυχεί. ιδού ολίγον πυρ ηλίκην ύλην ανάπτει!
ΙακΓ-6. και η γλώσσα πυρ, ο κόσμος της αδικίας. ούτως η γλώσσα καθίσταται εν τοις μέλεσιν ημών η σπιλούσα όλον το σώμα και φλογίζουσα τον τροχόν της γενέσεως και φλογιζομένη υπό της γεέννης.
ΙακΓ-7. πάσα γαρ φύσις θηρίων τε και πετεινών ερπετών τε εναλίων δαμάζεται και δεδάμασται τη φύσει τη ανθρωπίνη,
ΙακΓ-8. την δε γλώσσαν ουδείς δύναται ανθρώπων δαμάσαι. ακατάσχετον κακόν, μεστή ιού θανατηφόρου.
ΙακΓ-9. εν αυτή ευλογούμεν τον Θεόν και πατέρα, και εν αυτή καταρώμεθα τους ανθρώπους τους καθ' ομοίωσιν Θεού γεγονότας.
ΙακΓ-10. εκ του αυτού στόματος εξέρχεται ευλογία και κατάρα. ου χρη, αδελφοί μου, ταύτα ούτω γίνεσθαι.
ΙακΓ-11. μήτι η πηγή εκ της αυτής οπής βρύει το γλυκύ και το πικρόν;
ΙακΓ-12. μη δύναται, αδελφοί μου, συκή ελαίας ποιήσαι ή άμπελος σύκα; ούτως ουδεμία πηγή αλυκόν και γλυκύ ποιήσαι ύδωρ.

Στίχοι 13-18. Η αληθής και η ψευδής σοφία.

ΙακΓ-13. Τις σοφός και επιστήμων εν υμίν; δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτού εν πραΰτητι σοφίας.
ΙακΓ-14. ει δε ζήλον πικρόν έχετε και εριθείαν εν τη καρδία υμών, μη κατακαυχάσθε και ψεύδεσθε κατά της αληθείας.
ΙακΓ-15. ουκ έστιν αύτη η σοφία άνωθεν κατερχομένη, αλλ' επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης.
ΙακΓ-16. όπου γαρ ζήλος και εριθεία, εκεί ακαταστασία και παν φαύλον πράγμα.
ΙακΓ-17. η δε άνωθεν σοφία πρώτον μεν αγνή έστιν, έπειτα ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών, αδιάκριτος και ανυπόκριτος.
ΙακΓ-18. καρπός δε της δικαιοσύνης εν ειρήνη σπείρεται τοις ποιούσιν ειρήνην.


Κεφάλαιον Δ!

Στίχοι 1-17. Πρέπει να αγωνιζώμεθα κατά των παθών και ελαττωμάτων μας.

ΙακΔ-1. Πόθεν πόλεμοι και μάχαι εν υμίν; ουκ εντεύθεν, εκ των ηδονών υμών των στρατευομένων εν τοις μέλεσιν υμών;
ΙακΔ-2. επιθυμείτε, και ουκ έχετε. φονεύετε και ζηλούτε, και ου δύνασθε επιτυχείν. μάχεσθε και πολεμείτε, και ουκ έχετε, δια το μη αιτείσθαι υμάς;
ΙακΔ-3. αιτείτε και ου λαμβάνετε, διότι κακώς αιτείσθε, ίνα εν ταις ηδοναίς υμών δαπανήσητε.
ΙακΔ-4. μοιχοί και μοιχαλίδες! ουκ οίδατε ότι η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού έστιν; ος αν ουν βουληθή φίλος είναι του κόσμου, εχθρός του Θεού καθίσταται.
ΙακΔ-5. ή δοκείτε ότι κενώς η Γραφή λέγει, προς φθόνον επιποθεί το πνεύμα ο κατώκησεν εν ημίν;
ΙακΔ-6. μείζονα δε δίδωσι χάριν. διό λέγει. ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν.
ΙακΔ-7. Υποτάγητε ουν τω Θεώ. αντίστητε τω διαβόλω, και φεύξεται αφ' υμών.
ΙακΔ-8. εγγίσατε τω Θεώ, και εγγιεί υμίν. καθαρίσατε χείρας αμαρτωλοί και αγνίσατε καρδίας δίψυχοι.
ΙακΔ-9. ταλαιπωρήσατε και πενθήσατε και κλαύσατε. ο γέλως υμών εις πένθος μεταστραφήτω και η χαρά εις κατήφειαν.
ΙακΔ-10. ταπεινώθητε ενώπιον του Κυρίου, και υψώσει υμάς.
ΙακΔ-11. Μη καταλαλείτε αλλήλων, αδελφοί. ο καταλαλών αδελφού και κρίνων τον αδελφόν αυτού καταλαλεί νόμου και κρίνει νόμον. ει δε νόμον κρίνεις, ουκ ει ποιητής νόμου, αλλά κριτής.
ΙακΔ-12. εις έστιν ο νομοθέτης και κριτής, ο δυνάμενος σώσαι και απολέσαι. συ δε τις ει ος κρίνεις τον έτερον;
ΙακΔ-13. Άγε νυν οι λέγοντες. σήμερον και αύριον πορευσόμεθα εις τήνδε τη πόλιν και ποιήσομεν εκεί ενιαυτόν ένα και εμπορευσόμεθα και κερδήσομεν.
ΙακΔ-14. οίτινες ουκ επίστασθε το της αύριον. ποία γαρ η ζωή υμών; ατμίς γαρ έσται η προς ολίγον φαινομένη, έπειτα δε και αφανιζομένη.
ΙακΔ-15. αντί του λέγειν υμάς, εάν ο Κύριος θελήση, και ζήσομεν και ποιήσομεν τούτο ή εκείνο.
ΙακΔ-16. νυν δε καυχάσθε εν ταις αλαζονείαις υμών. πάσα καύχησις τοιαύτη πονηρά έστιν.
ΙακΔ-17. ειδότι ουν καλόν ποιείν και μη ποιούντι, αμαρτία αυτώ εστίν.


Κεφάλαιον Ε!

Στίχοι 1-6. Απειλαί κατά των σκληρών πλουσίων.

ΙακΕ-1. Άγε νυν οι πλούσιοι, κλαύσατε ολολύζοντες επί ταις ταλαιπωρίαις υμών ταις επερχομέναις.
ΙακΕ-2. ο πλούτος υμών σέσηπε και τα ιμάτια υμών σητόβρωτα γέγονεν,
ΙακΕ-3. ο χρυσός υμών και ο άργυρος κατίωται, και ο ιός αυτών εις μαρτύριον υμίν έσται και φάγεται τας σάρκας υμών ως πυρ. εθησαυρίσατε εν εσχάταις ημέραις.
ΙακΕ-4. ιδού ο μισθός των εργατών των αμησάντων τας χώρας υμών ο απεστερημένος αφ' υμών κράζει, και αι βοαί των θερισάντων εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ εισεληλύθασιν.
ΙακΕ-5. ετρυφήσατε επί της γης και εσπαταλήσατε, εθρέψατε τας καρδίας υμών ως εν ημέρα σφαγής.
ΙακΕ-6. κατεδικάσατε, εφονεύσατε τον δίκαιον. ουκ αντιτάσσεται υμίν.

Στίχοι 7-12. Λόγοι παρηγορίας και ενισχύσεως.

ΙακΕ-7. Μακροθυμήσατε ουν, αδελφοί, έως της παρουσίας του Κυρίου. ιδού ο γεωργός εκδέχεται τον τίμιον καρπόν της γης, μακροθυμών επ' αυτώ έως λάβη υετόν πρώϊμον και όψιμον.
ΙακΕ-8. μακροθυμήσατε και υμείς, στηρίξατε τας καρδίας υμών, ότι η παρουσία του Κυρίου ήγγικε.
ΙακΕ-9. μη στενάζετε κατ' αλλήλων, αδελφοί, ίνα μη κριθήτε. ιδού ο κριτής προ των θυρών έστηκεν.
ΙακΕ-10. υπόδειγμα λάβετε, αδελφοί μου, της κακοπαθείας και της μακροθυμίας τους προφήτας, οι ελάλησαν τω ονόματι Κυρίου.
ΙακΕ-11. ιδού μακαρίζομεν τους υπομένοντας. την υπομονήν Ιώβ ηκούσατε, και το τέλος Κυρίου είδετε, ότι πολύσπλαγχνος εστίν ο Κύριος και οικτίρμων.
ΙακΕ-12. Προ πάντων δε, αδελφοί μου, μη ομνύετε μήτε τον ουρανόν μήτε την γην μήτε άλλον τινά όρκον. ήτω δε υμών το ναι ναι, και το ου ου , ίνα μη εις υπόκρισιν πέσητε.

Στίχοι 13-15. Το Ευχέλαιον εν καιρώ ασθενείας

ΙακΕ-13. Κακοπαθεί τις εν υμίν; προσευχέσθω. ευθυμεί τις; ψαλλέτω.
ΙακΕ-14. ασθενεί τις εν υμίν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ' αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν τω ονόματι του Κυρίου.
ΙακΕ-15. και η ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και εγερεί αυτόν ο Κύριος. καν αμαρτίας η πεποιηκώς, αφεθήσεται αυτώ.

Στίχοι 16-18. Η δύναμις της προσευχής.

ΙακΕ-16. εξομολογείσθε αλλήλοις τα παραπτώματα, και εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε. πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη.
ΙακΕ-17. Ηλίας άνθρωπος ην ομοιοπαθής ημίν, και προσευχή προσηύξατο του μη βρέξαι, και ουκ έβρεξεν επί της γης ενιαυτούς τρεις και μήνας εξ.
ΙακΕ-18. και πάλιν προσηύξατο, και ο ουρανός υετόν έδωκεν και η γη εβλάστησε τον καρπόν αυτής.

Στίχοι 19-20. Η ευλογία του να επιστρέφη τις αμαρτωλόν εκ της πλάνης.

ΙακΕ-19. Αδελφοί, εάν τις εν υμίν πλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτόν,
ΙακΕ-20. γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών.

Α΄ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΕΤΡΟΥ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-12. Η εκ της σωτηρίας ανεκλάλητος χαρά.

1ΠτΑ-1. Πέτρος, απόστολος Ιησού Χριστού, εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας,
1ΠτΑ-2. κατά πρόγνωσιν Θεού πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού. χάρις υμίν και ειρήνη πληθυνθείη.
1ΠτΑ-3. Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς εις ελπίδα ζώσαν δι' αναστάσεως Ιησού Χριστού εκ νεκρών,
1ΠτΑ-4. εις κληρονομίαν άφθαρτον και αμίαντον και αμάραντον, τετηρημένην εν ουρανοίς εις υμάς
1ΠτΑ-5. τους εν δυνάμει Θεού φρουρουμένους δια πίστεως εις σωτηρίαν ετοίμην αποκαλυφθήναι εν καιρώ εσχάτω.
1ΠτΑ-6. εν ω αγαλλιάσθε, ολίγον άρτι, ει δέον εστί, λυπηθέντες εν ποικίλοις πειρασμοίς,
1ΠτΑ-7. ίνα το δοκίμιον υμών της πίστεως πολυτιμότερον χρυσίου του απολλυμένου δια πυρός δε δοκιμαζομένου ευρεθή εις έπαινον και τιμήν και δόξαν εν αποκαλύψει Ιησού Χριστού,
1ΠτΑ-8. ον ουκ ειδότες αγαπάτε, εις ον άρτι μη ορώντες, πιστεύοντες δε αγαλλιάσθε χαρά ανεκλαλήτω και δεδοξασμένη,
1ΠτΑ-9. κομιζόμενοι το τέλος της πίστεως υμών, σωτηρίαν ψυχών.
1ΠτΑ-10. περί ης σωτηρίας εξεζήτησαν και εξερεύνησαν προφήται οι περί της εις υμάς χάριτος προφητευσάντες,
1ΠτΑ-11. ερευνώντες εις τίνα η ποίον καιρόν εδήλου το εν αυτοίς Πνεύμα Χριστού προμαρτυρόμενον τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας.
1ΠτΑ-12. οις απεκαλύφθη ότι ουχ εαυτοίς, υμίν δε διηκόνουν αυτά, α νυν ανηγγέλη υμίν δια των ευαγγελισαμένων υμάς εν Πνεύματι Αγίω αποσταλέντι απ' ουρανού, εις α επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι.

Στίχοι 13-25. Πρέπει να ζώμεν αξίως των ευεργεσιών του Θεού.

1ΠτΑ-13. Διό αναζωσαμένοι τας οσφύας της διανοίας υμών, νήφοντες, τελείως ελπίσατε επί την φερομένην υμίν χάριν εν αποκαλύψει Ιησού Χριστού,
1ΠτΑ-14. ως τέκνα υπακοής μη συσχηματιζόμενοι ταις πρότερον εν τη αγνοία υμών επιθυμίαις,
1ΠτΑ-15. αλλά κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε,
1ΠτΑ-16. διότι γέγραπται. άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί.
1ΠτΑ-17. και ει πατέρα επικαλείσθε τον απροσωπολήπτως κρίνοντα κατά το εκάστου έργον, εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε,
1ΠτΑ-18. ειδότες ότι ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω, ελυτρώθητε εκ τη ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου,
1ΠτΑ-19. αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού,
1ΠτΑ-20. προεγνωσμένου μεν προ καταβολής κόσμου, φανερωθέντος δε επ' εσχάτων των χρόνων δι' υμάς
1ΠτΑ-21. τους δι' αυτού πιστεύοντας εις Θεόν τον εγείραντα αυτόν εκ νεκρών και δόξαν αυτώ δόντα, ώστε την πίστιν υμών και ελπίδα είναι εις Θεόν.
1ΠτΑ-22. Τας ψυχάς υμών ηγνικότες εν τη υπακοή της αληθείας δια Πνεύματος εις φιλαδελφίαν ανυπόκριτον, εκ καθαράς καρδίας αλλήλους αγαπήσατε εκτενώς,
1ΠτΑ-23. αναγεγεννημένοι ουκ εκ σποράς φθαρτής, αλλά αφθάρτου, δια λόγου ζώντος Θεού και μένοντος εις τον αιώνα.
1ΠτΑ-24. διότι πάσα σαρξ ως χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου. εξηράνθη ο χόρτος, και το άνθος αυτού εξέπεσε.
1ΠτΑ-25. το δε ρήμα Κυρίου μένει εις τον αιώνα. τούτο δε εστί το ρήμα το ευαγγελισθέν εις υμάς.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι 1-3. Οι Χριστιανοί πρέπει να αποβάλουν κάθε κακίαν.

1ΠτΒ-1. Αποθέμενοι ουν πάσαν κακίαν και πάντα δόλον και υποκρίσεις και φθόνους και πάσας καταλαλιάς,
1ΠτΒ-2. ως αρτιγέννητα βρέφη το λογικόν άδολον γάλα επιποθήσατε, ίνα εν αυτώ αυξηθήτε εις σωτηρίαν,
1ΠτΒ-3. είπερ εγεύσασθε ότι χρηστός ο Κύριος.

Στίχοι 4-8. Ο Χριστός λίθος ακρογωνιαίος της Εκκλησίας.

1ΠτΒ-4. Προς ον προσερχόμενοι λίθον ζώντα υπό ανθρώπων μεν αποδεδοκιμασμένον, παρά δε Θεώ εκλεκτόν, έντιμον,
1ΠτΒ-5. και αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον, ανενέγκαι πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τω Θεώ δια Ιησού Χριστού.
1ΠτΒ-6. διότι περιέχει εν τη γραφή. ιδού τίθημι εν Σιών λίθον ακρογωνιαίον, εκλεκτόν, έντιμον, και ο πιστεύων επ' αυτώ ου μη καταισχυνθή.
1ΠτΒ-7. υμίν ουν η τιμή τοις πιστεύουσιν, απειθούσι δε λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας και λίθος προσκόμματος και πέτρα σκανδάλου.
1ΠτΒ-8. οι προσκόπτουσι τω λόγω απειθούντες, εις ο και ετέθησαν.

Στίχοι 9-10. Βασίλειον ιεράτευμα.

1ΠτΒ-9. υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν, όπως τας αρετάς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις το θαυμαστόν αυτού φως.
1ΠτΒ-10. οι ποτέ ου λαός, νυν δε λαός Θεού, οι ουκ ηλεημένοι, νυν δε ελεηθέντες.

Στίχοι 11-20. Καθήκοντα των Χριστιανών προς τους άρχοντας κ.λ.π.

1ΠτΒ-11. Αγαπητοί, παρακαλώ ως παροίκους και παρεπιδήμους, απέχεσθε των σαρκικών επιθυμιών, αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής,
1ΠτΒ-12. την αναστροφήν υμών έχοντες καλήν εν τοις έθνεσιν, ίνα εν ω καταλαλούσιν υμών ως κακοποιών, εκ των καλών έργων εποπτεύσαντες δοξάσωσι τον Θεόν εν ημέρα επισκοπής.
1ΠτΒ-13. Υποτάγητε ουν πάση ανθρωπίνη κτίσει δια τον Κύριον, είτε βασιλεί, ως υπερέχοντι,
1ΠτΒ-14. είτε ηγεμόσιν, ως δι' αυτού πεμπομένοις εις εκδίκησιν μεν κακοποιών, έπαινον δε αγαθοποιών.
1ΠτΒ-15. ότι ούτως εστί το θέλημα του Θεού, αγαθοποιούντας φιμούν την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν.
1ΠτΒ-16. ως ελεύθεροι, και μη ως επικάλυμμα έχοντες της κακίας την ελευθερίαν, αλλ' ως δούλοι Θεού.
1ΠτΒ-17. πάντας τιμήσατε, την αδελφότητα αγαπάτε, τον Θεόν φοβείσθε, τον βασιλέα τιμάτε.
1ΠτΒ-18. Οι οικέται υποτασσόμενοι εν παντί φόβω τοις δεσπόταις, ου μόνον τοις αγαθοίς και επιεικέσιν, αλλά και τοις σκολιοίς.
1ΠτΒ-19. τούτο γαρ χάρις, ει δια συνείδησιν Θεού υποφέρει τις λύπας, πάσχων αδίκως.
1ΠτΒ-20. ποίον γαρ κλέος, ει αμαρτάνοντες και κολαφιζόμενοι υπομενείτε; αλλ' ει αγαθοποιούντες και πάσχοντες υπομενείτε, τούτο χάρις παρά Θεώ.

Στίχοι 21-25. Ο Χριστός παράδειγμα υπομονής.

1ΠτΒ-21. εις τούτο γαρ εκλήθητε, ότι και Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού.
1ΠτΒ-22. ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.
1ΠτΒ-23. ος λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως.
1ΠτΒ-24. ος τας αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη ζήσωμεν. ου τω μώλωπι αυτού ιάθητε.
1ΠτΒ-25. ήτε γαρ ως πρόβατα πλανώμενα, αλλ' επεστράφητε νυν επί τον ποιμένα και επίσκοπον των ψυχών υμών.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-7. Καθήκοντα των συζύγων.

1ΠτΓ-1. Ομοίως αι γυναίκες υποτασσόμεναι τοις ιδίοις ανδράσιν, ίνα και ει τινές απειθούσι τω λόγω, δια της των γυναικών αναστροφής άνευ λόγου κερδηθήσονται,
1ΠτΓ-2. εποπτεύσαντες την εν φόβω αγνήν αναστροφήν υμών.
1ΠτΓ-3. ων έστω ουχ ο έξωθεν εμπλοκής τριχών και περιθέσεως χρυσίων ή ενδύσεως ιματίων κόσμος,
1ΠτΓ-4. αλλ' ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ο έστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές.
1ΠτΓ-5. ούτω γαρ ποτέ και αι άγιαι γυναίκες αι ελπίζουσαι επί τον Θεόν εκόσμουν εαυτάς, υποτασσόμεναι τοις ιδίοις ανδράσιν,
1ΠτΓ-6. ως Σάρρα υπήκουσε τω Αβραάμ, κύριον αυτόν καλούσα. ης εγενήθητε τέκνα. --- αγαθοποιούσαι και μη φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν.
1ΠτΓ-7. Οι άνδρες ομοίως συνοικούντες κατά γνώσιν, ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω απονέμοντες τιμήν, ως και συγκληρονόμοι χάριτος ζωής, εις το μη εγκόπτεσθαι τας προσευχάς υμών.

Στίχοι 8-17. Προτροπαί διάφοροι προς τους πιστούς.

1ΠτΓ-8. Το δε τέλος πάντες ομόφρονες, συμπαθείς, φιλάδελφοι, εύσπλαγχνοι, φιλόφρονες,
1ΠτΓ-9. μη αποδιδόντες κακόν αντί κακού ή λοιδορίαν αντί λοιδορίας, τουναντίον δε ευλογούντες, ειδότες ότι εις τούτο εκλήθητε, ίνα ευλογίαν κληρονομήσητε.
1ΠτΓ-10. ο γαρ θέλων ζωήν αγαπάν και ιδείν ημέρας αγαθάς παυσάτω την γλώσσαν αυτού από κακού και χείλη αυτού του μη λαλήσαι δόλον,
1ΠτΓ-11. εκκλινάτω από κακού και ποιησάτω αγαθόν, ζητησάτω ειρήνην και διωξάτω αυτήν.
1ΠτΓ-12. ότι οφθαλμοί Κυρίου επί δικαίους και ώτα αυτού εις δέησιν αυτών, πρόσωπον δε Κυρίου επί ποιούντας κακά.
1ΠτΓ-13. Και τις ο κακώσων υμάς, εάν του αγαθού μιμηταί γένησθε;
1ΠτΓ-14. αλλ' ει και πάσχοιτε δια δικαιοσύνην, μακάριοι. τον δε φόβον αυτών μη φοβηθήτε μηδέ ταραχθήτε,
1ΠτΓ-15. Κύριον δε τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών, έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραΰτητος και φόβου,
1ΠτΓ-16. συνείδησιν έχοντες αγαθήν, ίνα εν ω καταλαλούσιν υμών ως κακοποιών, καταισχυνθώσιν οι επηρεάζοντες υμών την αγαθήν εν Χριστώ αναστροφήν.
1ΠτΓ-17. κρείττον γαρ αγαθοποιούντας, ει θέλοι το θέλημα του Θεού, πάσχειν ή κακοποιούντας.

Στίχοι 18-22. Ο Χριστός έπαθεν υπέρ ημών.

1ΠτΓ-18. ότι και Χριστός άπαξ περί αμαρτιών έπαθε, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγη τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθής, δε πνεύματι.
1ΠτΓ-19. εν ω και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν,
1ΠτΓ-20. απειθήσασι ποτέ, ότε απεξεδέχετο η του Θεού μακροθυμία εν ημέραις Νώε κατασκευαζομένης κιβωτού, εις ην ολίγαι, τουτ' έστιν οκτώ ψυχαί διεσώθησαν δι' ύδατος.
1ΠτΓ-21. ο αντίτυπον νυν και ημάς σώζει βάπτισμα, ου σαρκός απόθεσις ρύπου, αλλά συνειδήσεως αγαθής επερώτημα εις Θεόν, δι' αναστάσεως Ιησού Χριστού,
1ΠτΓ-22. ος έστιν εν δεξιά του Θεού πορευθείς εις ουρανόν, υποταγέντων αυτώ αγγέλων και εξουσιών και δυνάμεων.

Κεφάλαιον Δ!

Στίχοι 1-6. Σωτήρια αποτελέσματα εκ των παθημάτων.

1ΠτΔ-1. Χριστού ουν παθόντος υπέρ ημών σαρκί και υμείς την αυτήν έννοιαν οπλίσασθε, ότι ο παθών εν σαρκί πέπαυται αμαρτίας,
1ΠτΔ-2. εις το μηκέτι ανθρώπων επιθυμίαις, αλλά θελήματι Θεού τον επίλοιπον εν σαρκί βιώσαι χρόνον.
1ΠτΔ-3. αρκετός γαρ υμίν ο παρεληλυθώς χρόνος του βίου το θέλημα των εθνών κατεργάσασθαι, πεπορευομένους εν ασελγείαις, επιθυμίαις, οινοφλυγίαις, κώμοις, πότοις και αθεμίτοις ειδωλολατρίαις.
1ΠτΔ-4. εν ω ξενίζονται μη συντρεχόντων υμών εις την αυτήν της ασωτίας ανάχυσιν, βλασφημούντες.
1ΠτΔ-5. οι αποδώσουσι λόγον τω ετοίμως έχοντι κρίναι ζώντας και νεκρούς.
1ΠτΔ-6. εις τούτο γαρ και νεκροίς ευηγγελίσθη, ίνα κριθώσι μεν κατά ανθρώπους σαρκί, ζώσι δε κατά Θεόν πνεύματι.

Στίχοι 7-19. Χριστιανική συμπεριφορά προς πάντας.

1ΠτΔ-7. Πάντων δε το τέλος ήγγικε. σωφρονήσατε ουν και νήψατε εις τας προσευχάς.
1ΠτΔ-8. προ πάντων δε την εις εαυτούς αγάπην εκτενή έχοντες, ότι η αγάπη καλύψει πλήθος αμαρτιών.
1ΠτΔ-9. φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών.
1ΠτΔ-10. έκαστος καθώς έλαβε χάρισμα, εις εαυτούς αυτό διακονούντες ως καλοί οικονόμοι ποικίλης χάριτος Θεού.
1ΠτΔ-11. ει τις λαλεί, ως λόγια Θεού. ει τις διακονεί, ως εξ ισχύος, ης χορηγεί ο Θεός. ίνα εν πάσι δοξάζηται ο Θεός δια Ιησού Χριστού, ω έστιν η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
1ΠτΔ-12. Αγαπητοί, μη ξενίζεσθε τη εν υμίν πυρώσει προς πειρασμόν υμίν γινομένη, ως ξένου υμίν συμβαίνοντος,
1ΠτΔ-13. αλλά καθό κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασι, χαίρετε ίνα και εν τη αποκαλύψει της δόξης αυτού χαρήτε αγαλλιώμενοι.
1ΠτΔ-14. ει ονειδίζεσθε εν ονόματι Χριστού, μακάριοι, ότι το της δόξης και δυνάμεως και το του Θεού Πνεύμα εφ' υμάς αναπαύεται. κατά μεν αυτούς βλασφημείται, κατά δε υμάς δοξάζεται.
1ΠτΔ-15. μη γαρ τις υμών πασχέτω ως φονεύς ή κλέπτης ή κακοποιός ή ως αλλοτριοεπίσκοπος.
1ΠτΔ-16. ει δε ως Χριστιανός, μη αισχυνέσθω, δοξαζέτω δε τον Θεόν εν τω μέρει τούτω.
1ΠτΔ-17. ότι ο καιρός του άρξασθαι το κρίμα από του οίκου του Θεού. ει δε πρώτον αφ' ημών, τι το τέλος των απειθούντων τω του Θεού ευαγγελίω;
1ΠτΔ-18. και ει ο δίκαιος μόλις σώζεται, ο ασεβής και αμαρτωλός πού φανείται;
1ΠτΔ-19. ώστε και οι πάσχοντες κατά το θέλημα του Θεού, ως πιστώ κτίστη παρατιθέσθωσαν τας ψυχάς αυτών εν αγαθοποιΐα.

Κεφάλαιον Ε!

Στίχοι 1-9. Καθήκοντα των ποιμένων και των πιστών.

1ΠτΕ-1. Πρεσβυτέρους τους εν υμίν παρακαλώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυς των του Χριστού παθημάτων, ο και της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός,
1ΠτΕ-2. ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού, επισκοπούντες μη αναγκαστώς, αλλ' εκουσίως, μηδέ αισχροκερδώς, αλλά προθύμως,
1ΠτΕ-3. μήδ' ως κατακυριεύοντες των κλήρων, αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου.
1ΠτΕ-4. και φανερωθέντος του αρχιποίμενος κομιείσθε τον αμαράντινον της δόξης στέφανον.
1ΠτΕ-5. Ομοίως νεώτεροι υποτάγητε πρεσβυτέροις, πάντες δε αλλήλοις υποτασσόμενοι την ταπεινοφροσύνην εγκομβώσασθε. ότι ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν.
1ΠτΕ-6. Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ.
1ΠτΕ-7. πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ' αυτόν, ότι αυτώ μέλει περί υμών.
1ΠτΕ-8. νήψατε, γρηγορήσατε. ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη.
1ΠτΕ-9. ω αντίστητε στερεοί τη πίστει, ειδότες τα αυτά των παθημάτων τη εν κόσμω υμών αδελφότητι επιτελείσθαι.

Στίχοι 10-14. Ευχαί και χαιρετισμοί.

1ΠτΕ-10. Ο δε Θεός πάσης χάριτος, ο καλέσας υμάς εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας, αυτός καταρτίσει υμάς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει.
1ΠτΕ-11. αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
1ΠτΕ-12. Δια Σιλουανού υμίν του πιστού αδελφού, ως λογίζομαι, δι' ολίγων έγραψα, παρακαλών και επιμαρτυρών ταύτην είναι αληθή χάριν του Θεού, εις ην εστήκατε.
1ΠτΕ-13. Ασπάζεται υμάς η εν Βαβυλώνι συνεκλεκτή και Μάρκος ο υιός μου.
1ΠτΕ-14. ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγάπης. Ειρήνη υμίν πάσι τοις εν Χριστώ Ιησού. αμήν.



Β΄ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΕΤΡΟΥ
Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-11. Οι Χριστιανοί πρέπει να προοδεύουν εις την αρετήν.

2ΠτΑ-1. Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού, τοις ισότιμον ημίν λαχούσι πίστιν εν δικαιοσύνη του Θεού ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού.
2ΠτΑ-2. χάρις υμίν και ειρήνη πληθυνθείη εν επιγνώσει του Θεού και Ιησού του Κυρίου ημών.
2ΠτΑ-3. Ως πάντα ημίν της θείας δυνάμεως αυτού τα προς ζωήν και ευσέβειαν δεδωρημένης δια της επιγνώσεως του καλέσαντος ημάς δια δόξης και αρετής,
2ΠτΑ-4. δι' ων τα τίμια ημίν και μέγιστα επαγγέλματα δεδώρηται, ίνα διά τούτων γένησθε θείας κοινωνοί φύσεως αποφυγόντες της εν κόσμω εν επιθυμία φθοράς.
2ΠτΑ-5. και αυτό τούτο δε σπουδήν πάσαν παρεισενέγκαντες επιχορηγήσατε εν τη πίστει υμών την αρετήν, εν δε τη αρετή την γνώσιν,
2ΠτΑ-6. εν δε τη γνώσει την εγκράτειαν, εν δε τη εγκρατεία την υπομονήν, εν δε τη υπομονή την ευσέβειαν,
2ΠτΑ-7. εν δε τη ευσεβεία την φιλαδελφίαν, εν δε τη φιλαδελφία την αγάπην.
2ΠτΑ-8. ταύτα γαρ υμίν υπάρχοντα και πλεονάζοντα ουκ αργούς, ουδέ ακάρπους καθίστησιν εις την του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού επίγνωσιν.
2ΠτΑ-9. ω γαρ μη πάρεστι ταύτα, τυφλός έστι, μυωπάζων, λήθην λαβών του καθαρισμού των πάλαι αυτού αμαρτιών.
2ΠτΑ-10. διό μάλλον, αδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν υμών την κλήσιν και εκλογήν ποιείσθαι. ταύτα γαρ ποιούντες ου μη πταίσητε ποτέ.
2ΠτΑ-11. ούτω γαρ πλουσίως επιχορηγηθήσεται υμίν η είσοδος εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού.

Στίχοι 12-15. Καθήκον του Πέτρου να υπενθυμίζη τας θείας αληθείας.

2ΠτΑ-12. Διό ουκ αμελήσω αεί υμάς υπομιμνήσκειν περί τούτων, καίπερ ειδότας και εστηριγμένους εν τη παρούση αληθεία.
2ΠτΑ-13. δίκαιον δε ηγούμαι, αφ' όσον ειμί εν τούτω τω σκηνώματι, διεγείρειν υμάς εν υπομνήσει,
2ΠτΑ-14. ειδώς ότι ταχινή έστιν η απόθεσις του σκηνώματος μου, καθώς και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εδήλωσε μοι.
2ΠτΑ-15. σπουδάσω δε και εκάστοτε έχειν υμάς μετά την εμήν έξοδον την τούτων μνήμην ποιείσθαι.

Στίχοι 16-21. Οι Απόστολοι είδον την μεταμόρφωσιν του Χριστού.

2ΠτΑ-16. ου γαρ σεσοφισμένοις μύθοις εξακολουθήσαντες εγνωρίσαμεν υμίν την του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναμιν και παρουσίαν, αλλ' επόπται γενηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος.
2ΠτΑ-17. λαβών γαρ παρά Θεού πατρός τιμήν και δόξαν φωνής ενεχθείσης αυτώ τοιάσδε υπό της μεγαλοπρεπούς δόξης, ούτος έστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εις ον εγώ ευδόκησα,----
2ΠτΑ-18. και ταύτην την φωνήν ημείς ηκούσαμεν εξ ουρανού ενεχθείσαν, συν αυτώ όντες εν τω όρει τω αγίω.
2ΠτΑ-19. και έχομεν βεβαιότερον τον προφητικόν λόγον, ω καλώς ποιείτε προσέχοντες ως λύχνω φαίνοντι εν αυχμηρώ τόπω, έως ου ημέρα διαυγάση και φωσφόρος ανατείλη εν ταις καρδίαις υμών,
2ΠτΑ-20. τούτο πρώτον γινώσκοντες, ότι πάσα προφητεία γραφής ιδίας επιλύσεως ου γίνεται.
2ΠτΑ-21. ου γαρ θελήματι ανθρώπου ηνέχθη ποτέ προφητεία, αλλ' υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι Θεού άνθρωποι.

Κεφάλαιον Β!
Στίχοι 11. ΟΙ ψευδοδιδάσκαλοι και η βεβαία τιμωρία των.
2ΠτΒ-1. Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι, επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν.
2ΠτΒ-2. και πολλοί εξακολουθήσουσιν αυτών ταις ασελγείαις, δι' ους η οδός της αληθείας βλασφημηθήσεται.
2ΠτΒ-3. και εν πλεονεξία πλαστοίς λόγοις υμάς εμπορεύσονται, οις το κρίμα έκπαλαι ουκ αργεί, και η απώλεια αυτών ου νυστάξει.
2ΠτΒ-4. ει γαρ ο Θεός αγγέλων αμαρτησάντων ουκ εφείσατο, αλλά σειραίς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εις κρίσιν τηρουμένους,
2ΠτΒ-5. και αρχαίου κόσμου ουκ εφείσατο, αλλά όγδοον Νώε δικαιοσύνης κήρυκα εφύλαξε, κατακλυσμόν κόσμω ασεβών επάξας,
2ΠτΒ-6. και πόλεις Σοδόμων και Γομόρρας τεφρώσας καταστροφή κατέκρινεν, υπόδειγμα μελλόντων ασεβείν τεθεικώς,
2ΠτΒ-7. και δίκαιον Λωτ καταπονούμενον υπό της των αθέσμων εν ασελγεία αναστροφής ερρύσατο.
2ΠτΒ-8. βλέμματι γαρ και ακοή ο δίκαιος, εγκατοικών εν αυτοίς, ημέραν εξ ημέρας ψυχήν δικαίαν ανόμοις έργοις εβασάνιζεν.----
2ΠτΒ-9. οίδε Κύριος ευσεβείς εκ πειρασμού ρύεσθαι, αδίκους δε εις ημέραν κρίσεως κολαζομένους τηρείν,
2ΠτΒ-10. μάλιστα δε τους οπίσω σαρκός εν επιθυμία μιασμού πορευομένους και κυριότητος καταφρονούντας. τολμηταί, αυθάδεις! δόξας ου τρέμουσι βλασφημούντες,
2ΠτΒ-11. όπου άγγελοι, ισχύϊ και δυνάμει μείζονες όντες, ου φέρουσι κατ' αυτών παρά Κυρίω βλάσφημον κρίσιν.

Στίχοι 12-22. Τα αμαρτωλά ήθη των ψευδοδιδασκάλων.

2ΠτΒ-12. ούτοι δε, ως άλογα ζώα φυσικά γεγεννημένα εις άλωσιν και φθοράν, εν οις αγνοούσι βλασφημούντες, εν τη φθορά αυτών καταφθαρήσονται,
2ΠτΒ-13. κομιούμενοι μισθόν αδικίας, ηδονήν ηγούμενοι την εν ημέρα τρυφήν, σπίλοι και μώμοι, εντρυφώντες εν ταις απάταις αυτών, συνευωχούμενοι υμίν,
2ΠτΒ-14. οφθαλμούς έχοντες μεστούς μοιχαλίδος και ακαταπαύστους αμαρτίας, δελεάζοντες ψυχάς αστηρίκτους, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίας έχοντες, κατάρας τέκνα!
2ΠτΒ-15. καταλιπόντες ευθείαν οδόν επλανήθησαν, εξακολουθήσαντες τη οδώ του Βαλαάμ του Βοσόρ, ος μισθόν αδικίας ηγάπησεν,
2ΠτΒ-16. έλεγξιν δε έσχεν ιδίας παρανομίας. υποζύγιον άφωνον εν ανθρώπου φωνή φθεγξάμενον εκώλυσε την του προφήτου παραφρονίαν.
2ΠτΒ-17. ούτοι εισί πηγαί άνυδροι, νεφέλαι υπό λαίλαπος ελαυνόμεναι, οις ο ζόφος του σκότους εις αιώνα τετήρηται.
2ΠτΒ-18. υπέρογκα γαρ ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν εν επιθυμίαις σαρκός ασελγείαις τους όντως αποφυγόντας τους εν πλάνη αναστρεφομένους,
2ΠτΒ-19. ελευθερίαν αυτοίς επαγγελόμενοι, αυτοί δούλοι υπάρχοντες της φθοράς. ω γαρ τις ήττηται, τούτω και δεδούλωται.
2ΠτΒ-20. ει γαρ αποφυγόντες τα μιάσματα του κόσμου εν επιγνώσει του Κυρίου και σωτήρος Ιησού Χριστού, τούτοις δε πάλιν εμπλακέντες ηττώνται, γέγονεν αυτοίς τα έσχατα χείρονα των πρώτων.
2ΠτΒ-21. κρείτον γαρ ην αυτοίς μη επεγνωκέναι την οδόν της δικαιοσύνης ή επιγνούσιν επιστρέψαι εκ της παραδοθείσης αυτοίς αγίας εντολής.
2ΠτΒ-22. συμβέβηκε δε αυτοίς το της αληθούς παροιμίας, κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα, και, ύς λουσαμένη εις κύλισμα βορβόρου.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-10. Η δευτέρα παρουσία του Κυρίου θα γίνη ωρισμένως.

2ΠτΓ-1. Ταύτην ήδη, αγαπητοί, δευτέραν υμίν γράφω επιστολήν, εν αις διεγείρω υμών εν υπομνήσει την ειλικρινή διάνοιαν,
2ΠτΓ-2. μνησθήναι των προειρημένων ρημάτων υπό των αγίων προφητών και της των αποστόλων υμών εντολής του Κυρίου και σωτήρος,
2ΠτΓ-3. τούτο πρώτον γινώσκοντες, ότι ελεύσονται επ' εσχάτων των ημερών εμπαίκται, κατά τας ιδίας επιθυμίας αυτών πορευόμενοι
2ΠτΓ-4. και λέγοντες. πού έστιν η επαγγελία της παρουσίας αυτού; αφ’ ης γαρ οι πατέρες εκοιμήθησαν, πάντα ούτω διαμένει απ' αρχής κτίσεως.
2ΠτΓ-5. λανθάνει γαρ αυτούς τούτο θέλοντας ότι ουρανοί ήσαν έκπαλαι και γη εξ υδάτος και δι' ύδατος συνεστώσα τω του Θεού λόγω,
2ΠτΓ-6. δι' ων ο τότε κόσμος ύδατι κατακλυσθείς απώλετο.
2ΠτΓ-7. οι δε νυν ουρανοί και η γη τω αυτού λόγω τεθησαυρισμένοι εισί πυρί τηρούμενοι εις ημέραν κρίσεως και απωλείας των ασεβών ανθρώπων.
2ΠτΓ-8. Εν δε τούτο μη λανθανέτω υμάς, αγαπητοί, ότι μία ημέρα παρά Κυρίου ως χίλια έτη, και χίλια έτη ως ημέρα μία.
2ΠτΓ-9. ου βραδύνει ο Κύριος της επαγγελίας ως τινές βραδυτήτα ηγούνται, αλλά μακροθυμεί εις ημάς, μη βουλόμενος τινάς απολέσθαι, αλλά πάντας εις μετάνοιαν χωρήσαι.
2ΠτΓ-10. ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται.

Στίχοι 11-18. Φροντίς των πιστών, ίνα ευρεθούν καθαροί ενώπιον του Κριτού.

2ΠτΓ-11. Τούτων ουν πάντων λυομένων ποταπούς δει υπάρχειν υμάς εν αγίαις αναστροφαίς και ευσεβείαις,
2ΠτΓ-12. προσδοκώντας και σπεύδοντας την παρουσίαν της του Θεού ημέρας, δι ην ουρανοί πυρούμενοι λυθήσονται και στοιχεία καυσούμενα τήκεται!
2ΠτΓ-13. καινούς δε ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί.
2ΠτΓ-14. διό, αγαπητοί, ταύτα προσδοκώντες σπουδάσατε άσπιλοι και αμώμητοι αυτώ ευρεθήναι εν ειρήνη,
2ΠτΓ-15. και την του Κυρίου ημών μακροθυμίαν σωτηρίαν ηγείσθε, καθώς και ο αγαπητός ημών αδελφός Παύλος κατά την αυτώ δοθείσαν σοφίαν έγραψεν υμίν,
2ΠτΓ-16. ως και εν πάσαις ταις επιστολαίς λαλών εν αυταίς περί τούτων, εν οις έστι δυσνόητα τινά, α οι αμαθείς και αστήρικτοι στρεβλούσιν ως και τας λοιπάς γραφάς προς την ιδίαν αυτών απώλειαν.
2ΠτΓ-17. Υμείς ουν, αγαπητοί, προγινώσκοντες φυλάσσεσθε, ίνα μη τη των αθέσμων πλάνη συναπαχθέντες εκπέσητε του ιδίου στηριγμού,
2ΠτΓ-18. αυξάνετε δε εν χάριτι και γνώσει του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού. αυτώ η δόξα και νυν και εις ημέραν αιώνος. αμήν.

Α΄ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-4. Η καλή αγγελία του Ιωάννου.

1Ιω Α-1. Ο ην απ' αρχής, ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής.
1Ιω Α-2. --- και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον, ήτις ην προς τον πατέρα και εφανερώθη ημίν. ---
1Ιω Α-3. ο εωράκαμεν και ακηκόαμεν, απαγγέλλομεν υμίν, ίνα και υμείς κοινωνίαν έχητε μεθ' ημών. και η κοινωνία δε η ημετέρα μετά του πατρός και μετά του υιού αυτού Ιησού Χριστού.
1Ιω Α-4. και ταύτα γράφομεν υμίν, ίνα η χαρά ημών η πεπληρωμένη.

Στίχοι 5-7. Ο Θεός είναι φως.

1Ιω Α-5. Και αύτη εστίν η επαγγελία ην ακηκόαμεν απ' αυτού και αναγγέλλομεν υμίν, ότι ο Θεός φως έστι και σκοτία εν αυτώ ουκ έστιν ουδεμία.
1Ιω Α-6. εάν είπωμεν ότι κοινωνίαν έχομεν μετ' αυτού και εν τω σκότει περιπατώμεν, ψευδόμεθα και ου ποιούμεν την αλήθειαν.
1Ιω Α-7. εάν δε εν τω φωτί περιπατώμεν, ως αυτός έστιν εν τω φωτί, κοινωνίαν έχομεν μετ' αλλήλων, και το αίμα Ιησού Χριστού του υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας.

Στίχοι 8-10. Όλοι είμεθα αμαρτωλοί.

1Ιω Α-8. εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν.
1Ιω Α-9. εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας.
1Ιω Α-10. εάν είπωμεν ότι ουχ ημαρτήκαμεν, ψεύστην ποιούμεν αυτόν, και ο λόγος αυτού ουκ έστιν εν ημίν.

Κεφάλαιον Β!

Στίχοι 1-6. Πρέπει να ζώμεν σύμφωνα με τας εντολάς του Κυρίου.

1Ιω Β-1. Τεκνία μου, ταύτα γράφω υμίν ίνα μη αμάρτητε. και εάν τις αμάρτη, παράκλητον έχομεν προς τον πατέρα, Ιησούν Χριστόν δίκαιον.
1Ιω Β-2. και αυτός ιλασμός έστι περί των αμαρτιών ημών, ου περί των ημετέρων δε μόνον, αλλά και περί όλου του κόσμου.
1Ιω Β-3. Και εν τούτω γινώσκομεν ότι εγνώκαμεν αυτόν, εάν τας εντολάς αυτού τηρώμεν.
1Ιω Β-4. ο λέγων, έγνωκα αυτόν, και τας εντολάς αυτού μη τηρών, ψεύστης εστί, και εν τούτω η αλήθεια ουκ έστιν.
1Ιω Β-5. ος δ' αν τηρή αυτού τον λόγον, αληθώς εν τούτω η αγάπη του Θεού τετελείωται. εν τούτω γινώσκομεν ότι εν αυτώ έσμεν.
1Ιω Β-6. ο λέγων εν αυτώ μένειν οφείλει, καθώς εκείνος περιεπάτησε και αυτός ούτω περιπατείν.

Στίχοι 7-11. Η εντολή της αγάπης.

1Ιω Β-7. Αδελφοί, ουκ εντολήν καινήν γράφω υμίν, αλλ' εντολήν παλαιάν, ην είχετε απ' αρχής. η εντολή η παλαιά έστιν ο λόγος ον ηκούσατε απ' αρχής.
1Ιω Β-8. πάλιν εντολήν καινήν γράφω υμίν, ο έστιν αληθές εν αυτώ και εν υμίν, ότι η σκοτία παράγεται και το φως το αληθινόν ήδη φαίνει.
1Ιω Β-9. ο λέγων εν τω φωτί είναι, και τον αδελφόν αυτού μισών, εν τη σκοτία εστίν έως άρτι.
1Ιω Β-10. ο αγαπών τον αδελφόν αυτού εν τω φωτί μένει, και σκάνδαλον εν αυτώ ουκ έστιν.
1Ιω Β-11. ο δε μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί, και ουκ οίδε που υπάγει, ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού.

Στίχοι 12-17. Όχι φιλία με τον αμαρτωλόν κόσμον.

1Ιω Β-12. Γράφω υμίν, τεκνία, ότι αφέωνται υμίν αι αμαρτίαι δια το όνομα αυτού.
1Ιω Β-13. γράφω υμίν, πατέρες, ότι εγνώκατε τον απ' αρχής. γράφω υμίν, νεανίσκοι, ότι νενικήκατε τον πονηρόν. έγραψα υμίν, παιδία, ότι εγνώκατε τον πατέρα.
1Ιω Β-14. έγραψα υμίν, πατέρες, ότι εγνώκατε τον απ' αρχής. έγραψα υμίν, νεανίσκοι, ότι ισχυροί έστε και ο λόγος του Θεού εν υμίν μένει και νενικήκατε τον πονηρόν.
1Ιω Β-15. μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω. εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του πατρός εν αυτώ.
1Ιω Β-16. ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του πατρός, αλλ' εκ του κόσμου εστί.
1Ιω Β-17. και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού. ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα.

Στίχοι 18-29. Αποφυγή των αιρετικών και αφοσίωσις εις τον Χριστόν.

1Ιω Β-18. Παιδία, εσχάτη ώρα εστί, και καθώς ηκούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται, και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν. όθεν γινώσκομεν ότι εσχάτη ώρα εστίν.
1Ιω Β-19. εξ ημών εξήλθον, αλλ' ουκ ήσαν εξ ημών. ει γαρ ήσαν εξ ημών, μεμενήκεισαν αν μεθ' ημών. αλλ' ίνα φανερωθώσιν ότι ουκ εισί πάντες εξ ημών.
1Ιω Β-20. και υμείς χρίσμα έχετε από του αγίου, και οίδατε πάντα.
1Ιω Β-21. ουκ έγραψα υμίν ότι ουκ οίδατε την αλήθειαν, αλλ' ότι οίδατε αυτήν, και ότι παν ψεύδος εκ της αληθείας ουκ έστι.
1Ιω Β-22. τις έστιν ο ψεύστης ει μη ο αρνούμενος ότι Ιησούς ουκ έστιν ο Χριστός; ούτος εστίν ο αντίχριστος, ο αρνούμενος τον πατέρα και τον υιόν.
1Ιω Β-23. πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει.
1Ιω Β-24. Υμείς ουν ο ηκούσατε απ' αρχής, εν υμίν μενέτω. εάν εν υμίν μείνη ο απ' αρχής ηκούσατε, και υμείς εν τω υιώ και εν τω πατρί μενείτε.
1Ιω Β-25. και αύτη εστίν η επαγγελία ην αυτός επηγγείλατο ημίν, την ζωήν την αιώνιον.
1Ιω Β-26. Ταύτα έγραψα υμίν περί των πλανώντων υμάς.
1Ιω Β-27. και υμείς, το χρίσμα ο ελάβετε απ' αυτού, εν υμίν μένει, και ου χρείαν έχετε ίνα τις διδάσκη υμάς, αλλ' ως το αυτό χρίσμα διδάσκει υμάς περί πάντων, και αληθές έστι και ουκ έστι ψεύδος, και καθώς εδίδαξεν υμάς μενείτε εν αυτώ.
1Ιω Β-28. Και νυν, τεκνία, μένετε εν αυτώ, ίνα όταν φανερωθή έχωμεν παρρησίαν και μη αισχυνθώμεν απ' αυτού εν τη παρουσία αυτού.
1Ιω Β-29. εάν ειδήτε ότι δίκαιος εστί, γινώσκετε ότι πας ο ποιών την δικαιοσύνην εξ αυτού γεγέννηται.

Κεφάλαιον Γ!

Στίχοι 1-12. Τα τέκνα του Θεού και τα τέκνα του διαβόλου.

1Ιω Γ-1. Ίδετε ποταπήν αγάπην δέδωκεν ημίν ο πατήρ ίνα τέκνα Θεού κληθώμεν. δια τούτο ο κόσμος ου γινώσκει υμάς, ότι ουκ έγνω αυτόν.
1Ιω Γ-2. Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού έσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα. οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς έστι.
1Ιω Γ-3. και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην επ' αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός έστι.
1Ιω Γ-4. Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρτία εστίν η ανομία.
1Ιω Γ-5. και οίδατε ότι εκείνος εφανερώθη ίνα τας αμαρτίας ημών άρη, και αμαρτία εν αυτώ ουκ έστι.
1Ιω Γ-6. πας ο εν αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει. πας ο αμαρτάνων ουχ εώρακεν αυτόν ουδέ έγνωκεν αυτόν.
1Ιω Γ-7. Τεκνία, μηδείς πλανάτω υμάς. ο ποιών την δικαιοσύνην δίκαιος εστί, καθώς εκείνος δίκαιος εστίν.
1Ιω Γ-8. ο ποιών την αμαρτίαν εκ του διαβόλου εστίν, ότι απ' αρχής ο διάβολος αμαρτάνει. εις τούτο εφανερώθη ο υιός του Θεού, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου.
1Ιω Γ-9. Πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού αμαρτίαν ου ποιεί, ότι σπέρμα αυτού εν αυτώ μένει. και ου δύναται αμαρτάνειν, ότι εκ του Θεού γεγέννηται.
1Ιω Γ-10. εν τούτω φανερά έστι τα τέκνα του Θεού και τα τέκνα του διαβόλου. πας ο μη ποιών δικαιοσύνην ουκ έστιν εκ του Θεού, και ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού.
1Ιω Γ-11. ότι αύτη εστίν η αγγελία ην ηκούσατε απ' αρχής, ίνα αγαπώμεν αλλήλους,
1Ιω Γ-12. ου καθώς Κάϊν εκ του πονηρού ην και έσφαξε τον αδελφόν αυτού. και χάριν τίνος έσφαξεν αυτόν; ότι τα έργα αυτού πονηρά ην, τα δε του αδελφού αυτού δίκαια.

Στίχοι 13-15. Το κατά των Χριστιανών μίσος.

1Ιω Γ-13. Μη θαυμάζετε, αδελφοί μου, ει μισεί υμάς ο κόσμος.
1Ιω Γ-14. ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν, ότι αγαπώμεν τους αδελφούς. ο μη αγαπών τον αδελφόν μένει εν τω θανάτω.
1Ιω Γ-15. πας ο μισών τον αδελφόν αυτού ανθρωποκτόνος εστί, και οίδατε ότι πας ανθρωποκτόνος ουκ έχει ζωήν αιώνιον εν αυτώ μένουσαν.

Στίχοι 16-24. Η αγάπη προς τους αδελφούς είναι εντολή του Πατρός.

1Ιω Γ-16. εν τούτω εγνώκαμεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έθηκε. και ημείς οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι.
1Ιω Γ-17. ος δ' αν έχη τον βίον του κόσμου και θεωρή τον αδελφόν αυτού χρείαν έχοντα και κλείση τα σπλάγχνα αυτού απ' αυτού, πώς η αγάπη του Θεού μένει εν αυτώ;
1Ιω Γ-18. Τεκνία μου, μη αγαπώμεν λόγω μηδέ τη γλώσση, αλλ' εν έργω και αληθεία.
1Ιω Γ-19. και εν τούτω γινώσκομεν ότι εκ της αληθείας εσμέν, και έμπροσθεν αυτού πείσομεν τας καρδίας ημών,
1Ιω Γ-20. ότι εάν καταγινώσκη ημών η καρδία, ότι μείζων εστίν ο Θεός της καρδίας ημών και γινώσκει πάντα.
1Ιω Γ-21. αγαπητοί, εάν η καρδία ημών μη καταγινώσκη ημών, παρρησίαν έχομεν προς τον Θεόν,
1Ιω Γ-22. και ο εάν αιτώμεν λαμβάνομεν παρ' αυτού, ότι τας εντολάς αυτού τηρούμεν και τα αρεστά ενώπιον αυτού ποιούμεν.
1Ιω Γ-23. και αύτη εστίν η εντολή αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του υιού αυτού Ιησού Χριστού και αγαπώμεν αλλήλους καθώς έδωκεν εντολήν.
1Ιω Γ-24. και ο τηρών τας εντολάς αυτού εν αυτώ μένει και αυτός εν αυτώ. και εν τούτω γινώσκομεν ότι μένει εν ημίν, εκ του Πνεύματος ου ημίν έδωκεν.

Κεφάλαιον Δ!

Στίχοι 1-6. Το πνεύμα της αληθείας και το πνεύμα της πλάνης.

1Ιω Δ-1. Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ Θεού έστιν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον.
1Ιω Δ-2. εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού. παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού έστι.
1Ιω Δ-3. και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ έστι. και τούτο εστί το του αντιχρίστου ο ακηκόατε ότι έρχεται, και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη.
1Ιω Δ-4. Υμείς εκ του Θεού έστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω.
1Ιω Δ-5. αυτοί εκ του κόσμου εισί. δια τούτο εκ του κόσμου λαλούσι και ο κόσμος αυτών ακούει.
1Ιω Δ-6. ημείς εκ του Θεού έσμεν. ο γινώσκων τον Θεόν ακούει ημών. ος ουκ έστιν εκ του Θεού ουκ ακούει ημών. εκ τούτου γινώσκομεν το Πνεύμα της αληθείας και το πνεύμα της πλάνης.

Στίχοι 7-21. Η αγάπη του Θεού προς ημάς. Οφείλομεν και ημείς να αγαπώμεν αλλήλους.

1Ιω Δ-7. Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού έστι, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν.
1Ιω Δ-8. ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν.
1Ιω Δ-9. εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι' αυτού.
1Ιω Δ-10. εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ' ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών.
1Ιω Δ-11. Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν.
1Ιω Δ-12. Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται. εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν.
1Ιω Δ-13. εν τούτω γινώσκομεν ότι εν αυτώ μένομεν και αυτός εν ημίν, ότι εκ του Πνεύματος αυτού δέδωκεν ημίν.
1Ιω Δ-14. Και ημείς τεθεάμεθα και μαρτυρούμεν ότι ο πατήρ απέσταλκε τον υιόν σωτήρα του κόσμου.
1Ιω Δ-15. ος αν ομολογήση ότι Ιησούς έστιν ο υιός του Θεού, ο Θεός εν αυτώ μένει και αυτός εν τω Θεώ.
1Ιω Δ-16. και ημείς εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν την αγάπην ην έχει ο Θεός εν ημίν. Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ.
1Ιω Δ-17. Εν τούτω τετελείωται η αγάπη μεθ' ημών, ίνα παρρησίαν έχωμεν εν τη ημέρα της κρίσεως, ότι καθώς εκείνος εστί, και ημείς έσμεν εν τω κόσμω τούτω.
1Ιω Δ-18. φόβος ουκ έστι εν τη αγάπη, αλλ' η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη.
1Ιω Δ-19. Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς.
1Ιω Δ-20. εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν. ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν;
1Ιω Δ-21. και ταύτην την εντολήν έχομεν απ' αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού.

Κεφάλαιον Ε!

Στίχοι 1-5. Αι νίκαι της πίστεως.

1Ιω Ε-1. Πας ο πιστεύων ότι Ιησούς έστιν ο Χριστός, εκ του Θεού γεγέννηται, και πας ο αγαπών τον γεννήσαντα αγαπά και τον γεγεννημένον εξ αυτού.
1Ιω Ε-2. εν τούτω γινώσκομεν ότι αγαπώμεν τα τέκνα του Θεού, όταν τον Θεόν αγαπώμεν και τας εντολάς αυτού τηρώμεν.
1Ιω Ε-3. αύτη γαρ έστιν η αγάπη του Θεού, ίνα τας εντολάς αυτού τηρώμεν. και αι εντολαί αυτού βαρείαι ουκ εισίν,
1Ιω Ε-4. ότι παν το γεγεννημένον εκ του Θεού νικά τον κόσμον. και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών.
1Ιω Ε-5. τις έστιν ο νικών τον κόσμον ει μη ο πιστεύων ότι Ιησούς έστιν ο υιός του Θεού;

Στίχοι 6-12. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μεσσίας.

1Ιω Ε-6. Ούτος εστίν ο ελθών δι' ύδατος και αίματος, Ιησούς Χριστός. ουκ εν τω ύδατι μόνον, αλλ' εν τω ύδατι και τω αίματι. και το Πνεύμα εστί το μαρτυρούν, ότι το Πνεύμα εστίν η αλήθεια.
1Ιω Ε-7. ότι τρεις είσιν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, και ούτοι οι τρεις εν είσι.
1Ιω Ε-8. και τρεις είσιν οι μαρτυρούντες εν τη γη, το Πνεύμα και το ύδωρ και το αίμα, και οι τρεις εις το εν είσιν.
1Ιω Ε-9. ει την μαρτυρίαν των ανθρώπων λαμβάνομεν, η μαρτυρία του Θεού μείζων εστίν. ότι αύτη εστίν η μαρτυρία του Θεού ην μεμαρτύρηκε περί του υιού αυτού.
1Ιω Ε-10. ο πιστεύων εις τον υιόν του θεού έχει την μαρτυρίαν εν αυτώ. ο μη πιστεύων τω Θεώ ψεύστην πεποίηκεν αυτόν, ότι ου πεπίστευκεν εις την μαρτυρίαν ην μεμαρτύρηκεν ο Θεός περί του υιού αυτού.
1Ιω Ε-11. και αύτη εστίν η μαρτυρία, ότι ζωήν αιώνιον έδωκεν ημίν ο Θεός, και αύτη η ζωή εν τω υιώ αυτού έστιν.
1Ιω Ε-12. ο έχων τον υιόν έχει την ζωήν. ο μη έχων τον υιόν του θεού την ζωήν ουκ έχει.

Στίχοι 13-21. Τα αποτελέσματα της πίστεως εις τον Χριστόν.

1Ιω Ε-13. Ταύτα έγραψα υμίν τοις πιστεύουσιν εις το όνομα του υιού του Θεού, ίνα ειδήτε ότι ζωήν αιώνιον έχετε, και ίνα πιστεύητε εις το όνομα του υιού του Θεού.
1Ιω Ε-14. και αύτη εστίν η παρρησία ην έχομεν προς αυτόν, ότι εάν τι αιτώμεθα, κατά το θέλημα αυτού, ακούει ημών.
1Ιω Ε-15. και εάν οίδαμεν ότι ακούει ημών ο αν αιτώμεθα, οίδαμεν ότι έχομεν τα αιτήματα α ητήκαμεν παρ' αυτού.
1Ιω Ε-16. Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν, τοις αμαρτάνουσι μη προς θάνατον. έστιν αμαρτία πρός θάνατον. ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση.
1Ιω Ε-17. πάσα αδικία αμαρτία εστί. και έστιν αμαρτία ου προς θάνατον.
1Ιω Ε-18. Οίδαμεν ότι πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού ουχ αμαρτάνει, αλλ' ο γεννηθείς εκ του Θεού τηρεί εαυτόν, και ο πονηρός ουχ άπτεται αυτού.
1Ιω Ε-19. οίδαμεν ότι εκ του Θεού έσμεν, και ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται.
1Ιω Ε-20. οίδαμεν δε ότι ο υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκωμεν τον αληθινόν. και έσμεν εν τω αληθινώ, εν τω υιώ αυτού Ιησού Χριστώ. ούτος εστίν ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος.
1Ιω Ε-21. Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από των ειδώλων. αμήν.


Β΄ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-6. Η αναγκαιότης της αδελφικής αγάπης.

2Ιω 1. Ο πρεσβύτερος εκλεκτή κυρία και τοίς τέκνοις αυτής, ους εγώ αγαπώ εν αληθεία, και ουκ εγώ μόνος, αλλά και πάντες οι εγνωκότες την αλήθειαν,
2Ιω 2. δια την αλήθειαν την μένουσαν εν ημίν, και μεθ' ημών έσται εις τον αιώνα.
2Ιω 3. έσται μεθ' υμών χάρις, έλεος, ειρήνη παρά Θεού πατρός και παρά Κυρίου Ιησού Χριστού του υιού του πατρός, εν αληθεία και αγάπη.
2Ιω 4. Εχάρην λίαν ότι εύρηκα εκ των τέκνων σου περιπατούντας εν αληθεία, καθώς εντολήν ελάβομεν παρά πατρός.
2Ιω 5. και νυν ερωτώ σε, κυρία, ουχ ως εντολήν γράφων σοι καινήν, αλλά ην έχομεν απ' αρχής, ίνα αγαπώμεν αλλήλους.
2Ιω 6. και αύτη εστίν η αγάπη, ίνα περιπατώμεν κατά τας εντολάς αυτού. αύτη εστίν η εντολή, καθώς ηκούσατε απ' αρχής, ίνα εν αυτή περιπατήτε.

Στίχοι 7-13. Προφύλαξις από τους ψευδοδιδασκάλους.

2Ιω 7. ότι πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί. ούτος εστίν ο πλάνος και ο αντίχριστος.
2Ιω 8. βλέπετε εαυτούς, ίνα μη απολέσωμεν α ειργασάμεθα, αλλά μισθόν πλήρη απολάβωμεν.
2Ιω 9. πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει. ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει.
2Ιω 10. ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε.
2Ιω 11. ο γαρ λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς.
2Ιω 12. Πολλά έχων υμίν γράφειν, ουκ ηβουλήθην δια χάρτου και μέλανος, αλλά ελπίζω ελθείν προς υμάς και στόμα προς στόμα λαλήσαι, ίνα η χαρά ημών η πεπληρωμένη.
2Ιω 13. ασπάζεται σε τα τέκνα της αδελφής σου της εκλεκτής. αμήν.

Γ΄ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι. 1-8. Ο Ιωάννης εγκωμιάζει την χριστιανικήν συμπεριφοράν και την φιλοξενίαν του Γαΐου.

3Ιω 1. Ο πρεσβύτερος Γαΐω τω αγαπητώ, ον εγώ αγαπώ εν αληθεία.
3Ιω 2. Αγαπητέ, περί πάντων εύχομαι σε ευοδούσθαι και υγιαίνειν, καθώς ευοδούται σου η ψυχή.
3Ιω 3. εχάρην γαρ λίαν ερχομένων αδελφών και μαρτυρούντων σου τη αληθεία, καθώς συ εν αληθεία περιπατείς.
3Ιω 4. μειζοτέραν τούτων ουκ έχω χαράν, ίνα ακούω τα εμά τέκνα εν αληθεία περιπατούντα.
3Ιω 5. Αγαπητέ, πιστόν ποιείς ο εάν εργάση εις τους αδελφούς και εις τους ξένους,
3Ιω 6. οι εμαρτύρησαν σου τη αγάπη ενώπιον εκκλησίας, ους καλώς ποιήσεις προπέμψας αξίως του Θεού.
3Ιω 7. υπέρ γαρ του ονόματος εξήλθον, μηδέν λαμβάνοντες από των εθνικών.
3Ιω 8. ημείς ουν οφείλομεν απολαμβάνειν τους τοιούτους, ίνα συνεργοί γενώμεθα τη αληθεία.

Στίχοι 9-15. Διοτρεφής και Δημήτριος.

3Ιω 9. Έγραψα τη εκκλησία. αλλ' ο φιλοπρωτεύων αυτών Διοτρεφής ουκ επιδέχεται ημάς.
3Ιω 10. δια τούτο, εάν έλθω, υπομνήσω αυτού τα έργα α ποιεί, λόγοις πονηροίς φλυαρών ημάς. και μη αρκούμενος επί τούτοις ούτε αυτός επιδέχεται τους αδελφούς και τους βουλομένους κωλύει και εκ της εκκλησίας εκβάλλει.
3Ιω 11. Αγαπητέ, μη μιμού το κακόν, αλλά το αγαθόν. ο αγαθοποιών εκ του Θεού έστιν. ο κακοποιών ουχ εώρακε τον Θεόν.
3Ιω 12. Δημητρίω μεμαρτύρηται υπό πάντων και υπ' αυτής της αληθείας. και ημείς δε μαρτυρούμεν, και οίδατε ότι η μαρτυρία ημών αληθής έστι.
3Ιω 13. Πολλά είχον γράφειν, αλλ' ου θέλω δια μέλανος και καλάμου σοι γράψαι.
3Ιω 14. ελπίζω δε ευθέως ιδείν σε, και στόμα προς στόμα λαλήσομεν.
3Ιω 15. ειρήνη σοι. ασπάζονται σε οι φίλοι. ασπάζου τους φίλους κατ' όνομα.


ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΙΟΥΔΑ

Κεφάλαιον Α!

Στίχοι 1-16. Οι ψευδοδιδάσκαλοι θα τιμωρηθούν.

Ιου1. Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δε Ιακώβου, τοις εν Θεώ πατρί ηγιασμένοις και Ιησού Χριστού τετηρημένοις κλητοίς.
Ιου2. έλεος υμίν και ειρήνη και αγάπη πληθυνθείη.
Ιου 3. Αγαπητοί, πάσαν σπουδήν ποιούμενος γράφειν υμίν περί της κοινής σωτηρίας, ανάγκην έσχον γράψαι υμίν παρακαλών επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει.
Ιου4. παρεισέδυσαν γαρ τινές άνθρωποι, οι πάλαι προγεγραμμένοι εις τούτο το κρίμα, ασεβείς, την του Θεού ημών χάριν μετατιθέντες εις ασέλγειαν και τον μόνον δεσπότην και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν αρνούμενοι.
Ιου5. Υπομνήσαι δε υμάς βούλομαι, ειδότας υμάς άπαξ τούτο, ότι ο Κύριος λαόν εκ γης Αιγύπτου σώσας, το δεύτερον τους μη πιστεύσαντας απώλεσεν,
Ιου6. αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον εις κρίσιν μεγάλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν.
Ιου7. ως Σόδομα και Γόμορρα και αι περί αυτάς πόλεις τον όμοιον τούτοις τρόπον εκπορνεύσασαι και απελθούσαι οπίσω σαρκός ετέρας πρόκεινται δείγμα, πυρός αιωνίου δίκην υπέχουσαι.
Ιου8. ομοίως μέντοι και ούτοι ενυπνιαζόμενοι σάρκα μεν μιαίνουσι, κυριότητα δε αθετούσι, δόξας δε βλασφημούσιν.
Ιου9. ο δε Μιχαήλ ο αρχάγγελος, ότε τω διαβόλω διακρινόμενος διελέγετο περί του Μωσέως σώματος, ουκ ετόλμησε κρίσιν επενεγκείν βλασφημίας, αλλ' είπεν. επιτιμήσαι σοι Κύριος.
Ιου10. ούτοι δε όσα μεν ουκ οίδασι βλασφημούσιν, όσα δε φυσικώς ως τα άλογα ζώα επίστανται, εν τούτοις φθείρονται.
Ιου11. ουαί αυτοίς, ότι τη οδώ του Κάϊν επορεύθησαν, και τη πλάνη του Βαλαάμ μισθού εξεχύθησαν, και τη αντιλογία του Κορέ απώλοντο.
Ιου12. Ούτοι εισίν εν ταις αγάπαις υμών σπιλάδες, συνευωχούμενοι αφόβως, εαυτούς ποιμαίνοντες, νεφέλαι άνυδροι υπό ανέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινά, άκαρπα, δις αποθανόντα, εκριζωθέντα,
Ιου13. κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας, αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος του σκότους εις τον αιώνα τετήρηται.
Ιου14. προεφήτευσε δε και τούτοις έβδομος από Αδάμ Ενώχ λέγων. ιδού ήλθε Κύριος εν αγίοις μυριάσιν αυτού,
Ιου15. ποιήσαι κρίσιν κατά πάντων και ελέγξαι πάντας τους ασεβείς αυτών περί πάντων των έργων ασεβείας αυτών ων ησέβησαν και περί πάντων των σκληρών ων ελάλησαν κατ' αυτού αμαρτωλοί ασεβείς.
Ιου16. Ούτοι εισί γογγυσταί, μεμψίμοιροι, κατά τας επιθυμίας αυτών πορευόμενοι, και το στόμα αυτών λαλεί υπέρογκα, θαυμάζοντες πρόσωπα ωφελείας χάριν.

Στίχοι 17-25. Προτροπή προς τους πιστούς να προφυλαχθούν από την πλάνην.

Ιου17. Υμείς δε, αγαπητοί, μνήσθητε των ρημάτων των προειρημένων υπό των αποστόλων του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
Ιου18. ότι έλεγον υμίν ότι εν εσχάτω χρόνω έσονται εμπαίκται κατά τας εαυτών επιθυμίας πορευόμενοι των ασεβειών.
Ιου19. Ούτοι εισίν οι αποδιορίζοντες, ψυχικοί, Πνεύμα μη έχοντες.
Ιου20. Υμείς δε, αγαπητοί, τη αγιωτάτη υμών πίστει εποικοδομούντες εαυτούς, εν Πνεύματι Αγίω προσευχόμενοι,
Ιου21. εαυτούς εν αγάπη Θεού τηρήσατε, προσδεχόμενοι το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις ζωήν αιώνιον.
Ιου22. και ους μεν ελεείτε διακρινόμενοι,
Ιου23. ους δε εν φόβω σώζετε εκ του πυρός αρπάζοντες, μισούντες και τον από της σαρκός εσπιλωμένον χιτώνα.
Ιου24. Τω δε δυναμένω φυλάξαι υμάς απταίστους και στήσαι κατενώπιον της δόξης αυτού αμώμους εν αγαλλιάσει,
Ιου25. μόνω σοφώ Θεώ σωτήρι ημών, δόξα και μεγαλωσύνη, κράτος και εξουσία και νυν και εις πάντας τους αιώνας. αμήν.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Κεφάλαιον Α΄.
ΣΧΟΛΙΟΝ
ΑπΑ-1.Αποκάλυψις Ιησού Χριστού, ην έδωκεν αυτώ ο Θεός, δείξαι τοις δούλοις αυτού α δει γενέσθαι εν τάχει, και εσήμανεν αποστείλας δια του αγγέλου αυτού τω δούλω αυτού Ιωάννη,
ΑπΑ-2. ος εμαρτύρησε τον λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού, όσα είδε.
ΑπΑ-3. μακάριος ο αναγινώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα. ο γαρ καιρός εγγύς.
ΑπΑ-4. Ιωάννης ταις επτά εκκλησίαις ταις εν τη Ασία. χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, και από των επτά πνευμάτων, α ενώπιον του θρόνου αυτού,
ΑπΑ-5. και από Ιησού Χριστού, ο μάρτυς ο πιστός, ο πρωτότοκος των νεκρών και ο άρχων των βασιλέων της γης. τω αγαπώντι ημάς και λούσαντι ημάς από των αμαρτιών ημών εν τω αίματι αυτού,
ΑπΑ-6. και εποίησεν ημάς βασιλείαν, ιερείς τω Θεώ και πατρί αυτού, αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
ΑπΑ-7. Ιδού έρχεται μετά των νεφελών, και όψεται αυτόν πας οφθαλμός και οίτινες αυτόν εξεκέντησαν, και κόψονται επ’ αυτόν πάσαι αι φυλαί της γης. ναι, αμήν.
ΑπΑ-8. Εγώ ειμί το Α και το Ω, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ.
ΑπΑ-9. Εγώ Ιωάννης, ο αδελφός υμών και συγκοινωνός εν τη θλίψει και βασιλεία και υπομονή εν Ιησού Χριστώ, εγενόμην εν τη νήσω τη καλουμένη Πάτμω δια τον λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού.
ΑπΑ-10. εγενόμην εν πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα, και ήκουσα φωνήν οπίσω μου μεγάλην ως σάλπιγγος
ΑπΑ-11. λεγούσης. ο βλέπεις γράψον εις βιβλίον και πέμψον ταις επτά εκκλησίαις, εις Έφεσον και εις Σμύρναν και εις Πέργαμον και εις Θυάτειρα και εις Σάρδεις και εις Φιλαδέλφειαν και εις Λαοδίκειαν.
ΑπΑ-12. Και εκεί επέστρεψα βλέπειν την φωνήν ήτις ελάλει μετ’ εμού. και επιστρέψας είδον επτά λυχνίας χρυσάς,
ΑπΑ-13. και εν μέσω των επτά λυχνιών όμοιον υιώ ανθρώπου, ενδεδυμένον ποδήρη και περιεζωσμένον προς τοις μαστοίς ζώνην χρυσήν.
ΑπΑ-14. η δε κεφαλή αυτού και αι τρίχες λευκαί ως έριον λευκόν, ως χιών, και οι οφθαλμοί αυτού ως φλοξ πυρός,
ΑπΑ-15. και οι πόδες αυτού όμοιοι χαλκολιβάνω, ως εν καμίνω πεπυρωμένοι, και η φωνή αυτού ως φωνή υδάτων πολλών,
ΑπΑ-16. και έχων εν τη δεξιά χειρί αυτού αστέρας επτά, και εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη, και η όψις αυτού ως ο ήλιος φαίνει εν τη δυνάμει αυτού.
ΑπΑ-17. Και ότε είδον αυτόν, έπεσα προς τους πόδας αυτού ως νεκρός, και έθηκε την δεξιάν αυτού χείρα επ’ εμέ λέγων. μη φοβού. εγώ είμι ο πρώτος και ο έσχατος
ΑπΑ-18. και ο ζων, και εγενόμην νεκρός, και ιδού ζων είμι εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τας κλεις του θανάτου και του άδου.
ΑπΑ-19. γράψον ουν α είδες, και α είσι και α μέλλει γίνεσθαι μετά ταύτα.
ΑπΑ-20. το μυστήριον των επτά αστέρων ων είδες επί της δεξιάς μου, και τας επτά λυχνίας τας χρυσάς. οι επτά αστέρες άγγελοι των επτά εκκλησιών είσι, και αι λυχνίαι αι επτά επτά εκκλησίαι εισίν.

Κεφάλαιον Β΄.

ΑπΒ-1. Τω αγγέλω της εν Εφέσω εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο κρατών τους επτά αστέρας εν τη δεξιά αυτού, ο περιπατών εν μέσω των επτά λυχνιών των χρυσών.
ΑπΒ-2. οίδα τα έργα σου και τον κόπον σου και την υπομονήν σου, και ότι ου δύνη βαστάσαι κακούς, και επείρασας τους λέγοντας εαυτούς αποστόλους είναι, και ουκ είσι, και εύρες αυτούς ψευδείς.
ΑπΒ-3. και υπομονήν έχεις, και εβάστασας δια το όνομα μου, και ου κεκοπίακας.
ΑπΒ-4. αλλά έχω κατά σου, ότι την αγάπην σου την πρώτην αφήκας.
ΑπΒ-5. μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας, και μετανόησον και τα πρώτα έργα ποίησον. ει δε μη, έρχομαι σοι ταχύ και κινήσω την λυχνίαν σου εκ του τόπου αυτής, εάν μη μετανοήσης.
ΑπΒ-6. αλλά τούτο έχεις, ότι μισείς τα έργα των Νικολαϊτών, α καγώ μισώ.
ΑπΒ-7. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις. Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου.
ΑπΒ-8. Και τω αγγέλω της εν Σμύρνη εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο πρώτος και ο έσχατος, ος εγένετο νεκρός και έζησεν.
ΑπΒ-9. οίδα σου τα έργα και την θλίψιν και την πτωχείαν. αλλά πλούσιος ει. και την βλασφημίαν εκ των λεγόντων Ιουδαίους είναι εαυτούς, και ουκ εισίν, αλλά συναγωγή του σατανά.
ΑπΒ-10. μηδέν φοβού α μέλλεις παθείν. ιδού δη μέλλει βαλείν ο διάβολος εξ υμών εις φυλακήν ίνα πειρασθήτε, και έξετε θλίψιν ημέρας δέκα. γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής.
ΑπΒ-11. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις. Ο νικών ου μη αδικηθή εκ του θανάτου του δευτέρου.
ΑπΒ-1 2. Και τω αγγέλω της εν Περγάμω εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο έχων την ρομφαίαν την δίστομον την οξείαν.
ΑπΒ-13. οίδα τε έργα σου και πού κατοικείς. όπου ο θρόνος του σατανά. και κρατείς το όνομα μου, και ουκ ηρνήσω την πίστιν μου και εν ταις ημέραις αις Αντίπας ο μάρτυς μου ο πιστός, ος απεκτάνθη παρ’ υμίν, όπου ο σατανάς κατοικεί.
ΑπΒ-14. αλλά έχω κατά σου ολίγα, ότι έχεις εκεί κρατούντας την διδαχήν Βαλαάμ, ος εδίδαξε τον Βαλάκ βαλείν σκάνδαλον ενώπιον των υιών Ισραήλ και φαγείν ειδωλόθυτα και πορνεύσαι.
ΑπΒ-15. ούτως έχεις και συ κρατούντας την διδαχήν των Νικολαϊτών ομοίως.
ΑπΒ-16. μετανόησον ουν. ει δε μη, έρχομαι σοι ταχύ και πολεμήσω μετ’ αυτών εν τη ρομφαία του στόματος μου.
ΑπΒ-17. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις. Τω νικώντι δώσω αυτώ του μάννα του κεκρυμμένου, και δώσω αυτώ ψήφον λευκήν, και επί την ψήφον όνομα καινόν γεγραμμένον, ο ουδείς οίδεν ει μη ο λαμβάνων.
ΑπΒ-18. Και τω αγγέλω της εν Θυατείροις εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο υιός του Θεού, ο έχων τους οφθαλμούς αυτού ως φλόγα πυρός, και οι πόδες αυτού όμοιοι χαλκολιβάνω.
ΑπΒ-19. οίδα σου τα έργα και την αγάπην και την πίστιν και την διακονίαν και την υπομονήν σου, και τα έργα σου τα έσχατα πλείονα των πρώτων.
ΑπΒ-20. αλλά έχω κατά σου ολίγα, ότι αφείς την γυναίκα σου Ιεζάβελ, η λέγει εαυτήν προφήτιν, και διδάσκει και πλανά τους εμούς δούλους πορνεύσαι και φαγείν ειδωλόθυτα.
ΑπΒ-21. και έδωκα αυτή χρόνον ίνα μετανοήση, και ου θέλει μετανοήσαι εκ της πορνείας αυτής.
ΑπΒ-22. ιδού βάλλω αυτήν εις κλίνην και τους μοιχεύοντας μετ’ αυτής εις θλίψιν μεγάλην, εάν μη μετανοήσωσιν εκ των έργων αυτής,
ΑπΒ-23. και τα τέκνα αυτής αποκτενώ εν θανάτω, και γνώσονται πάσαι αι εκκλησίαι ότι εγώ είμι ο ερευνών νεφρούς και καρδίας, και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών.
ΑπΒ-24. υμίν δε λέγω τοις λοιποίς τοις εν Θυατείροις, όσοι ουκ έχουσι την διδαχήν ταύτην, οίτινες ουκ έγνωσαν τα βαθέα του σατανά, ως λέγουσιν. ου βάλλω εφ’ υμάς άλλο βάρος.
ΑπΒ-25. πλην ο έχετε κρατήσατε άχρις ου αν ήξω.
ΑπΒ-26. Και ο νικών και ο τηρών άχρι τέλους τα έργα μου, δώσω αυτώ εξουσίαν επί των εθνών,
ΑπΒ-27. και ποιμανεί αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως τα σκεύη τα κεραμικά συντριβήσεται, ως καγώ είληφα παρά του πατρός μου,
ΑπΒ-28. και δώσω αυτώ τον αστέρα τον πρωϊνόν.
ΑπΒ-29. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις.

Κεφάλαιον Γ΄.

ΑπΓ-1. Και τω αγγέλω της εν Σάρδεσιν εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο έχων τα επτά πνεύματα του Θεού και τους επτά αστέρας. οίδα σου τα έργα, ότι όνομα έχεις ότι ζης, και νεκρός ει.
ΑπΓ-2. γίνου γρηγορών, και στήρισον τα λοιπά α έμελλον αποθνήσκειν. ου γαρ εύρηκα σου τα έργα πεπληρωμένα ενώπιον του Θεού μου.
ΑπΓ-3. μνημόνευε ουν πώς είληφας και ήκουσας, και τήρει και μετανόησον. εάν ουν μη γρηγορήσης, ήξω επί σε ως κλέπτης, και ου μη γνώση ποίαν ώραν ήξω επί σε.
ΑπΓ-4. αλλά έχεις ολίγα ονόματα εν Σάρδεσιν, α ουκ εμόλυναν τα ιμάτια αυτών, και περιπατήσουσι μετ’ εμού εν λευκοίς, ότι άξιοι εισίν.
ΑπΓ-5. Ο νικών ούτως περιβαλείται εν ιματίοις λευκοίς, και ου μη εξαλείψω το όνομα αυτού εκ της βίβλου της ζωής, και ομολογήσω το όνομα αυτού ενώπιον του πατρός μου και ενώπιον των αγγέλων αυτού.
ΑπΓ-6. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις.
ΑπΓ-7. Και τω αγγέλω της εν Φιλαδελφεία εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο άγιος, ο αληθινός, ο έχων την κλειν του Δαυΐδ, ο ανοίγων και ουδείς κλείσει, και κλείων και ουδείς ανοίξει.
ΑπΓ-8. οίδα σου τα έργα. -- ιδού δέδωκα ενώπιον σου θύραν ανεωγμένην, ην ουδείς δύναται κλείσαι αυτήν. -- ότι μικράν έχεις δύναμιν, και ετήρησας μου τον λόγον και ουκ ηρνήσω το όνομα μου.
ΑπΓ-9. ιδού δίδωμι εκ της συναγωγής του σατανά των λεγόντων εαυτούς Ιουδαίους είναι, και ουκ εισίν, αλλά ψεύδονται. ιδού ποιήσω αυτούς ίνα ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιον των ποδών σου, και γνώσιν ότι εγώ ηγάπησα σε.
ΑπΓ-10. ότι ετήρησας τον λόγον της υπομονής μου, καγώ σε τηρήσω εκ της ώρας του πειρασμού της μελλούσης έρχεσθαι επί της οικουμένης όλης, πειράσαι τους κατοικούντας επί της γης.
ΑπΓ-11. έρχομαι ταχύ. κράτει ο έχεις, ίνα μηδείς λάβη τον στέφανον σου.
ΑπΓ-12. Ο νικών, ποιήσω αυτόν στύλον εν τω ναώ του Θεού μου, και έξω ου μη εξέλθη έτι, και γράψω επ’ αυτόν το όνομα του Θεού μου και το όνομα της πόλεως του Θεού μου, της καινής Ιερουσαλήμ, η καταβαίνει εκ του ουρανού απο του Θεού μου, και το όνομα μου το καινόν.
ΑπΓ-13. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις.
ΑπΓ-14. Και τω αγγέλω της εν Λαοδικεία εκκλησίας γράψον. τάδε λέγει ο αμήν, ο μάρτυς ο πιστός και αληθινός, η αρχή της κτίσεως του Θεού.
ΑπΓ-15. οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός. όφελον ψυχρός ης ή ζεστός.
ΑπΓ-16. ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματος μου.
ΑπΓ-17. ότι λέγεις ότι πλούσιος ειμί και πεπλούτηκα και ουδενός χρείαν έχω, -- και ουκ οίδας ότι συ ει ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός, --
ΑπΓ-18. συμβουλεύω σοι αγοράσαι παρ’ εμού χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ίνα πλουτήσης, και ιμάτια λευκά ίνα περιβάλη και μη φανερωθή η αισχύνη της γυμνότητος σου, και κολλύριον ίνα εγχρίση τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπης.
ΑπΓ-19. εγώ όσους εάν φιλώ, ελέγχω και παιδεύω. ζήλευε ουν και μετανόησον.
ΑπΓ-20. ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού.
ΑπΓ-21. Ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι μετ’ εμού εν τω θρόνω μου, ως καγώ ενίκησα και εκάθισα μετά του πατρός μου εν τω θρόνω αυτού.
ΑπΓ-22. Ο έχων ους ακουσάτω τι το Πνεύμα λέγει ταις εκκλησίαις.

Κεφάλαιον Δ΄.
Σχόλιον
ΑπΔ-1. Μετά ταύτα είδον, και ιδού θύρα ανεωγμένη εν τω ουρανώ, και η φωνή η πρώτη ην ήκουσα ως σάλπιγγος λαλούσης μετ’ εμού, λέγων. ανάβα ώδε και δείξω σοι α δει γενέσθαι μετά ταύτα.
ΑπΔ-2. και ευθέως εγενόμην εν πνεύματι. και ιδού θρόνος έκειτο εν τω ουρανώ, και επί τον θρόνον καθήμενος,
ΑπΔ-3. όμοιος οράσει λίθω ιάσπιδι και σαρδίω. και ίρις κυκλόθεν του θρόνου, ομοίως όρασις σμαραγδίνων.
ΑπΔ-4. και κυκλόθεν του θρόνου θρόνοι είκοσι τέσσαρες, και επί τους θρόνους τους είκοσι τέσσαρας πρεσβυτέρους καθημένους, περιβεβλημένους εν ιματίοις λευκοίς, και επί τας κεφαλάς αυτών στεφάνους χρυσούς.
ΑπΔ-5. και εκ του θρόνου εκπορεύονται αστραπαί και φωναί και βρονταί. και επτά λαμπάδες πυρός καιόμεναι ενώπιον του θρόνου, αι είσι τα επτά πνεύματα του Θεού.
ΑπΔ-6. και ενώπιον του θρόνου ως θάλασσα υαλίνη, ομοία κρυστάλλω. και εν μέσω του θρόνου και κύκλω του θρόνου τέσσαρα ζώα γέμοντα οφθαλμών έμπροσθεν και όπισθεν.
ΑπΔ-7. και το ζώον το πρώτον όμοιον λέοντι, και το δεύτερον ζώον όμοιον μόσχω, και το τρίτον ζώον έχον το πρόσωπον ως ανθρώπου, και το τέταρτον ζώον όμοιον αετώ πετομένω.
ΑπΔ-8. και τα τέσσαρα ζώα, εν καθ’ εν αυτών έχον ανά πτέρυγας εξ, κυκλόθεν και έσωθεν γέμουσιν οφθαλμών, και ανάπαυσιν ουκ έχουσιν ημέρας και νυκτός λέγοντες. άγιος, άγιος, άγιος Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ην και ο ων και ο ερχόμενος.
ΑπΔ-9. Και όταν δώσι τα ζώα δόξαν και τιμήν και ευχαριστίαν τω καθημένω επί του θρόνου, τω ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων,
ΑπΔ-10. πεσούνται οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι ενώπιον του καθημένου επί του θρόνου, και προσκυνήσουσι τω ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων, και βαλούσι τους στεφάνους αυτών ενώπιον του θρόνου λέγοντες.
ΑπΔ-11. άξιος ει, ο Κύριος και Θεός ημών, λαβείν την δόξαν και την τιμήν και την δύναμιν, ότι συ έκτισας τα πάντα, και δια το θέλημα σου ήσαν και εκτίσθησαν.

Κεφάλαιον Ε΄.
Σχόλιον
ΑπΕ-1. Και είδον επί την δεξιάν του καθημένου επί του θρόνου βιβλίον γεγραμμένον έσωθεν και έξωθεν, κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά.
ΑπΕ-2. και είδον άγγελον ισχυρόν κηρύσσοντα εν φωνή μεγάλη. τις άξιος εστίν ανοίξαι το βιβλίον και λύσαι τας σφραγίδας αυτού;
ΑπΕ-3. και ουδείς εδύνατο εν τω ουρανώ ούτε επί της γης ούτε υποκάτω της γης ανοίξαι το βιβλίον ούτε βλέπειν αυτό.
ΑπΕ-4. και εγώ έκλαιον πολύ, ότι ουδείς άξιος ευρέθη ανοίξαι το βιβλίον ούτε βλέπειν αυτό.
ΑπΕ-5. και εις εκ των πρεσβυτέρων λέγει μοι. μη κλαίε. ιδού ενίκησεν ο λέων ο εκ της φυλής Ιούδα, η ρίζα Δαυΐδ, ανοίξαι το βιβλίον και τας επτά σφραγίδας αυτού.
ΑπΕ-6. Και είδον εν μέσω του θρόνου και των τεσσάρων ζώων και εν μέσω των πρεσβυτέρων αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον, έχον κέρατα επτά και οφθαλμούς επτά, α είσι τα επτά πνεύματα του Θεού αποστελλόμενα εις πάσαν την γην.
ΑπΕ-7. και ήλθε και είληφεν εκ τη δεξιάς του καθημένου επί του θρόνου.
ΑπΕ-8. και ότε έλαβε το βιβλίον, τα τέσσαρα ζώα και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι έπεσαν ενώπιον του αρνίου, έχοντες έκαστος κιθάραν και φιάλας χρυσάς γεμούσας θυμιαμάτων, αι είσιν αι προσευχαί των αγίων.
ΑπΕ-9. και άδουσιν ωδήν καινήν λέγοντες. άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ ημάς εν τω αίματι σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους,
ΑπΕ-10. και εποίησας αυτούς τω Θεώ ημών βασιλείς και ιερείς, και βασιλεύσουσιν επί της γης.
ΑπΕ-11. και είδον και ήκουσα ως φωνήν αγγέλων πολλών κύκλω του θρόνου και των ζώων και των πρεσβυτέρων, και ην ο αριθμός αυτών μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων,
ΑπΕ-12. λέγοντες φωνή μεγάλη. άξιον εστί το αρνίον το εσφαγμένον λαβείν την δύναμιν και τον πλούτον και σοφίαν και ισχύν και τιμήν και δόξαν και ευλογίαν.
ΑπΕ-13. και παν κτίσμα ο εν τω ουρανώ και επί της γης και υποκάτω της γης και επί της θαλάσσης εστί, και τα εν αυτοίς πάντα, ήκουσα λέγοντας. τω καθημένω επί του θρόνου και τω αρνίω η ευλογία και η τιμή και η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
ΑπΕ-14. και τα τέσσαρα ζώα έλεγον, αμήν. και οι πρεσβύτεροι έπεσαν και προσεκύνησαν.

Κεφάλαιον ΣΤ΄.
Σχόλιον
ΑπΣΤ-1. Και είδον ότε ήνοιξε το αρνίον μίαν εκ των επτά σφραγίδων. και ήκουσα ενός εκ των τεσσάρων ζώων λέγοντος, ως φωνή βροντής. έρχου.
ΑπΣΤ-2. και είδον, και ιδού ίππος λευκός, και ο καθήμενος επ’ αυτόν έχων τόξον. και εδόθη αυτώ στέφανος, και εξήλθε νικών και ίνα νικήση.
ΑπΣΤ-3. Και ότε ήνοιξε την σφραγίδα την δευτέραν, ήκουσα του δευτέρου ζώου λέγοντος. έρχου.
ΑπΣΤ-4. και εξήλθεν άλλος ίππος πυρρός, και τω καθημένω επ’ αυτόν εδόθη αυτώ λαβείν την ειρήνην εκ της γης και ίνα αλλήλους σφάξωσι, και εδόθη αυτώ μάχαιρα μεγάλη.
ΑπΣΤ-5. Και ότε ήνοιξε την σφραγίδα την τρίτην, ήκουσα του τρίτου ζώου λέγοντος, έρχου. και είδον, και ιδού ίππος μέλας, και ο καθήμενος επ’ αυτόν έχων ζυγόν εν τη χειρί αυτού.
ΑπΣΤ-6. και ήκουσα ως φωνήν εν μέσω των τεσσάρων ζώων λέγουσαν. χοίνιξ σίτου δηναρίου, και τρεις χοίνικες κριθής δηναρίου. και το έλαιον και τον οίνον μη αδικήσης.
ΑπΣΤ-7. Και ότε ήνοιξε την σφραγίδα την τετάρτην, ήκουσα φωνήν του τετάρτου ζώου λέγοντος. έρχου.
ΑπΣΤ-8. και είδον, και ιδού ίππος χλωρός, και ο καθήμενος επάνω αυτού, όνομα αυτώ ο θάνατος, και ο άδης ηκολούθει μετ’ αυτού. και εδόθη αυτώ εξουσία επί το τέταρτον της γης, αποκτείναι εν ρομφαία και εν λιμώ και εν θανάτω και υπό των θηρίων της γης.
ΑπΣΤ-9. Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον.
ΑπΣΤ-10. και έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες. έως πότε, ο δεσπότης ο άγιος και ο αληθινός, ου κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών εκ των κατοικούντων επί της γης;
ΑπΣΤ-11. και εδόθη αυτοίς εκάστω στολή λευκή, και ερρέθη αυτοίς ίνα αναπαύσωνται έτι χρόνον μικρόν, έως πληρώσωσι και οι σύνδουλοι αυτών και οι αδελφοί αυτών οι μέλλοντες αποκτέννεσθαι ως και αυτοί.
ΑπΣΤ-12. Και είδον ότε ήνοιξε την σφραγίδα την έκτην, και σεισμός μέγας εγένετο, και ο ήλιος μέλας εγένετο ως σάκκος τρίχινος, και η σελήνη όλη εγένετο ως αίμα,
ΑπΣΤ-13. και οι αστέρες του ουρανού έπεσαν εις την γην, ως συκή βάλλουσα τους ολύνθους αυτής, υπό ανέμου μεγάλου σειομένη,
ΑπΣΤ-14. και ο ουρανός απεχωρίσθη ως βιβλίον ελισσόμενον, και παν όρος και νήσος εκ των τόπων αυτών εκινήθησαν.
ΑπΣΤ-15. και οι βασιλείς της γης και οι μεγιστάνες και οι χιλίαρχοι και οι πλούσιοι και οι ισχυροί και πας δούλος και ελεύθερος έκρυψαν εαυτούς εις τα σπήλαια και εις τας πέτρας των ορέων,
ΑπΣΤ-16. και λέγουσι τοις όρεσι και ταις πέτραις. πέσατε εφ’ ημάς και κρύψατε ημάς από προσώπου του καθημένου επί του θρόνου και από της οργής του αρνίου,
ΑπΣΤ-17. ότι ήλθεν η ημέρα η μεγάλη της οργής αυτού, και τις δύναται σταθήναι;

Κεφάλαιον Ζ΄.
Σχόλιον
ΑπΖ-1. Και μετά τούτο είδον τέσσαρας αγγέλους εστώτας επί τας τέσσαρας γωνίας της γης, κρατούντας τους τέσσαρας ανέμους της γης, ίνα μη πνέη άνεμος επί της γης μήτε επί της θαλάσσης μήτε επί παν δένδρον.
ΑπΖ-2. και είδον άλλον άγγελον αναβαίνοντα από ανατολής ηλίου, έχοντα σφραγίδα Θεού ζώντος, και έκραξε φωνή μεγάλη τοις τέσσαρσιν αγγέλοις, οις εδόθη αυτοίς αδικήσαι την γην και την θάλασσαν,
ΑπΖ-3. λέγων. μη αδικήσητε την γην μήτε την θάλασσαν μήτε τα δένδρα, άχρις ου σφραγίσωμεν τους δούλους του Θεού ημών επί των μετώπων αυτών.
ΑπΖ-4. Και ήκουσα τον αριθμόν των εσφραγισμένων. εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες εσφραγισμένοι εκ πάσης φυλής υιών Ισραήλ.
ΑπΖ-5. εκ φυλής Ιούδα δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι, εκ φυλής Ρουβήν δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Γαδ δώδεκα χιλιάδες,
ΑπΖ-6. εκ φυλής Ασήρ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Νεφθαλείμ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Μανασσή δώδεκα χιλιάδες,
ΑπΖ-7. εκ φυλής Συμεών δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Λευΐ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Ισσάχαρ δώδεκα χιλιάδες,
ΑπΖ-8. εκ φυλής Ζαβουλών δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Ιωσήφ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Βενιαμίν δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι.
ΑπΖ-9. Μετά ταύτα είδον, και ιδού όχλος πολύς, ον αριθμήσαι αυτόν ουδείς εδύνατο, εκ παντός έθνους και φυλών και λαών και γλωσσών, εστώτας ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του αρνίου, περιβεβλημένους στολάς λευκάς, και φοίνικες εν ταις χερσίν αυτών.
ΑπΖ-10. και κράζουσι φωνή μεγάλη λέγοντες. η σωτηρία τω Θεώ ημών τω καθημένω επί του θρόνου και τω αρνίω.
ΑπΖ-11. και πάντες οι άγγελοι ειστήκεισαν κύκλω του θρόνου και των πρεσβυτέρων και των τεσσάρων ζώων, και έπεσαν ενώπιον του θρόνου επί τα πρόσωπα αυτών και προσεκύνησαν τω Θεώ
ΑπΖ-12. λέγοντες. αμήν. η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμις και η ισχύς τω Θεώ ημών εις τους αιώνας των αιώνων. αμήν.
ΑπΖ-13. Και απεκρίθη εις εκ των πρεσβυτέρων λέγων μοι. ούτοι οι περιβεβλημένοι τας στολάς τας λευκάς τίνες εισί και πόθεν ήλθον;
ΑπΖ-14. και είρηκα αυτώ. κύριε μου, συ οίδας. και είπε μοι. ούτοι εισίν οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης, και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του αρνίου.
ΑπΖ-15. δια τούτο εισίν ενώπιον του θρόνου του Θεού και λατρεύουσιν αυτώ ημέρας και νυκτός εν τω ναώ αυτού. και ο καθήμενος επί του θρόνου σκηνώσει επ’ αυτούς.
ΑπΖ-16. ου πεινάσουσιν έτι ουδέ διψήσουσιν έτι, ουδ’ ου μη πέση επ’ αυτούς ο ήλιος ουδέ παν καύμα,
ΑπΖ-17. ότι το αρνίον το ανά μέσον του θρόνου ποιμαίνει αυτούς, και οδηγήσει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών.

Κεφάλαιον Η΄.
Σχόλιον
ΑπΗ-1. Και ότε ήνοιξε την σφραγίδα την εβδόμην, εγένετο σιγή εν τω ουρανώ ως ημιώριον.
ΑπΗ-2. Και είδον τους επτά αγγέλους οι ενώπιον του Θεού εστήκασι, και εδόθησαν αυτοίς επτά σάλπιγγες.
ΑπΗ-3. και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου έχων λιβανωτόν χρυσούν, και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσόν το ενώπιον του θρόνου.
ΑπΗ-4. και ανέβη ο καπνός των θυμιαμάτων ταις προσευχαίς των αγίων εκ χειρός του αγγέλου ενώπιον του Θεού.
ΑπΗ-5. και είληφεν ο άγγελος τον λιβανωτόν και εγέμισεν αυτόν εκ του πυρός του θυσιαστηρίου και έβαλεν εις την γην. και εγένοντο βρονταί και φωναί και αστραπαί και σεισμός.
ΑπΗ-6. Και οι επτά άγγελοι οι έχοντες τας επτά σάλπιγγας ητοίμασαν εαυτούς ίνα σαλπίσωσι.
ΑπΗ-7. Και ο πρώτος εσάλπισε, και εγένετο χάλαζα και πυρ μεμιγμένα εν αίματι, και εβλήθη εις την γην. και το τρίτον της γης κατεκάη, και το τρίτον των δένδρων κατεκάη, και πας χόρτος χλωρός κατεκάη.
ΑπΗ-8. Και ο δεύτερος άγγελος εσάλπισε, και ως όρος μέγα πυρί καιόμενον εβλήθη εις την θάλασσαν, και εγένετο το τρίτον της θαλάσσης αίμα,
ΑπΗ-9. και απέθανε το τρίτον των κτισμάτων των εν τη θαλάσση, τα έχοντα ψυχάς, και το τρίτον των πλοίων διεφθάρη.
ΑπΗ-10. Και ο τρίτος άγγελος εσάλπισε, και έπεσεν εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς, και έπεσεν επί το τρίτον των ποταμών και επί τας πηγάς των υδάτων.
ΑπΗ-11. και το όνομα του αστέρος λέγεται ο Άψινθος. και εγένετο το τρίτον των υδάτων εις άψινθον, και πολλοί των ανθρώπων απέθανον εκ των υδάτων, ότι επικράνθησαν.
ΑπΗ-12. Και ο τέταρτος άγγελος εσάλπισε, και επλήγη το τρίτον του ηλίου και το τρίτον της σελήνης και το τρίτον των αστέρων, ίνα σκοτισθή το τρίτον αυτών, και το τρίτον αυτής μη φανή η ημέρα, και η νυξ ομοίως.
ΑπΗ-13. Και είδον και ήκουσα ενός αετού πετομένου εν μεσουρανήματι, λέγοντος φωνή μεγάλη. ουαί, ουαί, ουαί τους κατοικούντας επί της γης εκ των λοιπών φωνών της σάλπιγγος των τριών αγγέλων των μελλόντων σαλπίζειν.

Κεφάλαιον Θ΄.
Σχόλιον
ΑπΘ-1. Και ο πέμπτος άγγελος εσάλπισε. και είδον αστέρα εκ του ουρανού πεπτωκότα εις την γην, και εδόθη αυτώ η κλεις του φρέατος της αβύσσου,
ΑπΘ-2. και ήνοιξε το φρέαρ της αβύσσου, και ανέβη καπνός εκ του φρέατος ως καπνός καμίνου καιομένης, και εσκοτίσθη ο ήλιος και ο αήρ εκ του καπνού του φρέατος.
ΑπΘ-3. και εκ του καπνού εξήλθον ακρίδες εις την γην, και εδόθη αυταίς εξουσία ως έχουσιν εξουσίαν οι σκορπίοι της γης.
ΑπΘ-4. και ερρέθη αυταίς ίνα μη αδικήσωσι τον χόρτον της γης ουδέ παν χλωρόν ουδέ παν δένδρον, ει μη τους ανθρώπους οίτινες ουκ έχουσι την σφραγίδα του Θεού επί των μετώπων αυτών.
ΑπΘ-5. και εδόθη αυταίς ίνα μη αποκτείνωσιν αυτούς, αλλ’ ίνα βασανισθώσι μήνας πέντε. και ο βασανισμός αυτών ως βασανισμός σκορπίου, όταν παίση άνθρωπον.
ΑπΘ-6. και εν ταις ημέραις εκείναις ζητήσουσιν οι άνθρωποι τον θάνατον και ου μη ευρήσουσιν αυτόν, και επιθυμήσουσιν αποθανείν, και φεύξεται απ’ αυτών ο θάνατος.
ΑπΘ-7. και τα ομοιώματα των ακρίδων όμοια ίπποις ητοιμασμένοις εις πόλεμον, και επί τας κεφαλάς αυτών ως στέφανοι όμοιοι χρυσίω, και τα πρόσωπα αυτών ως πρόσωπα ανθρώπων,
ΑπΘ-8. και είχον τρίχας ως τρίχας γυναικών, και οι οδόντες αυτών ως λεόντων ήσαν,
ΑπΘ-9. και είχον θώρακας ως θώρακας σιδηρούς, και η φωνή των πτερύγων αυτών ως φωνή αρμάτων ίππων πολλών τρεχόντων εις πόλεμον.
ΑπΘ-10. και έχουσιν ουράς ομοίας σκορπίοις και κέντρα, και εν ταις ουραίς αυτών εξουσίαν έχουσι του αδικήσαι τους ανθρώπους μήνας πέντε.
ΑπΘ-11. έχουσι βασιλέα επ’ αυτών τον άγγελον της αβύσσου. όνομα αυτώ Εβραϊστί Αβαδδών, εν δε τη Ελληνική όνομα έχει Απολλύων.
ΑπΘ-12. Η ουαί η μία απήλθεν. ιδού έρχονται έτι δύο ουαί μετά ταύτα.
ΑπΘ-13. Και ο έκτος άγγελος εσάλπισε. και ήκουσα φωνήν μίαν εκ των τεσσάρων κεράτων του θυσιαστηρίου του χρυσού του ενώπιον του Θεού,
ΑπΘ-14. λέγοντος τω έκτω αγγέλω. ο έχων την σάλπιγγα, λύσον τους τέσσαρας αγγέλους τους δεδεμένους επί τω ποταμώ τω μεγάλω Ευφράτη.
ΑπΘ-15. και ελύθησαν οι τέσσαρες άγγελοι οι ητοιμασμένοι εις την ώραν και εις την ημέραν και μήνα και ενιαυτόν, ίνα αποκτείνωσι το τρίτον των ανθρώπων.
ΑπΘ-16. και ο αριθμός των στρατευμάτων του ίππου δύο μυριάδες μυριάδων. ήκουσα τον αριθμόν αυτών.
ΑπΘ-17. και ούτως είδον τους ίππους εν τη οράσει και τους καθημένους επ’ αυτών, έχοντας θώρακας πυρίνους και υακινθίνους και θειώδεις. και αι κεφαλαί των ίππων ως κεφαλαί λεόντων, και εκ των στομάτων αυτών εκπορεύεται πυρ και καπνός και θείον.
ΑπΘ-18. από των τριών πληγών τούτων απεκτάνθησαν το τρίτον των ανθρώπων, εκ του πυρός και του καπνού και του θείου του εκπορευομένου εκ των στομάτων αυτών.
ΑπΘ-19. η γαρ εξουσία των ίππων εν τω στόματι αυτών έστι και εν ταις ουραίς αυτών. αι γαρ ουραί αυτών όμοιαι όφεσιν, έχουσαι κεφαλάς, και εν αυταίς αδικούσι.
ΑπΘ-20. και οι λοιποί των ανθρώπων, οι ουκ απεκτάνθησαν εν ταις πληγαίς ταύταις, ου μετενόησαν εκ των έργων των χειρών αυτών, ίνα μη προσκυνήσωσι τα δαιμόνια και τα είδωλα τα χρυσά και τα αργυρά και τα χαλκά και τα λίθινα και τα ξύλινα, α ούτε βλέπειν δύναται ούτε ακούειν ούτε περιπατείν,
ΑπΘ-21. και ου μετενόησαν εκ των φόνων αυτών ούτε εκ των φαρμακειών αυτών ούτε εκ της πορνείας αυτών ούτε εκ των κλεμμάτων αυτών.

Κεφάλαιον Ι΄.
Σχόλιον
ΑπΙ-1. Και είδον άλλον άγγελον ισχυρόν καταβαίνοντα εκ του ουρανού, περιβεβλημένον νεφέλην, και η ίρις επί της κεφαλής αυτού, και το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, και οι πόδες αυτού ως στύλοι πυρός,
ΑπΙ-2. και έχων εν τη χειρί αυτού βιβλίον ανεωγμένον. και έθηκε τον πόδα αυτού τον δεξιόν επί της θαλάσσης, τον δε ευώνυμον επί της γης,
ΑπΙ-3. και έκραξε φωνή μεγάλη ώσπερ λέων μυκάται. και ότε έκραξεν, ελάλησαν αι επτά βρονταί τας εαυτών φωνάς.
ΑπΙ-4. και ότε ελάλησαν αι επτά βρονταί, έμελλον γράφειν. και ήκουσα φωνήν εκ του ουρανού λέγουσαν. σφράγισον α ελάλησαν αι επτά βρονταί, και μη αυτά γράψης.
ΑπΙ-5. και ο άγγελος, ον είδον εστώτα επί της θαλάσσης και επί της γης, ήρε την χείρα αυτού την δεξιάν εις τον ουρανόν
ΑπΙ-6. και ώμοσεν εν τω ζώντι εις τους αιώνας των αιώνων, ος έκτισε τον ουρανόν και τα εν αυτώ και την γην και τα εν αυτή και την θάλασσαν και τα εν αυτή, ότι χρόνος ουκέτι έσται,
ΑπΙ-7. αλλ’ εν ταις ημέραις της φωνής του εβδόμου αγγέλου, όταν μέλλη σαλπίζειν, και ετελέσθη το μυστήριον του Θεού, ως ευηγγέλισε τους δούλους αυτού τους προφήτας.
ΑπΙ-8. Και η φωνή ην ήκουσα εκ του ουρανού, πάλιν λαλούσα μετ’ εμού και λέγουσα. ύπαγε λάβε το βιβλιδάριον το ανεωγμένον εν τη χειρί του αγγέλου του εστώτος επί της θαλάσσης και επί της γης.
ΑπΙ-9. και απήλθα προς τον άγγελον, λέγων αυτώ δούναι μοι το βιβλιδάριον. και λέγει μοι. λάβε και κατάφαγε αυτό, και πικρανεί σου την κοιλίαν, αλλ’ εν τω στόματι σου έσται γλυκύ ως μέλι.
ΑπΙ-10. και έλαβον το βιβλίον εκ της χειρός του αγγέλου και κατέφαγον αυτό, και ην εν τω στόματι μου ως μέλι γλυκύ. και ότε έφαγον αυτό, επικράνθη η κοιλία μου.
ΑπΙ-11. και λέγουσι μοι. δει σε πάλιν προφητεύσαι επί λαοίς και έθνεσι και γλώσσαις και βασιλεύσι πολλοίς.

Κεφάλαιον ΙΑ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΑ-1. Και εδόθη μοι κάλαμος όμοιος ράβδω, λέγων. έγειρε και μέτρησον τον ναόν του Θεού και το θυσιαστήριον και τους προσκυνούντας εν αυτώ.
ΑπΙΑ-2. και την αυλήν την έξωθεν του ναού έκβαλε έξω και μη αυτήν μετρήσης, ότι εδόθη τοις έθνεσι, και την πόλιν την αγίαν πατήσουσι μήνας τεσσαράκοντα δύο.
ΑπΙΑ-3. και δώσω τοις δυσί μάρτυσι μου, και προφητεύσουσιν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα, περιβεβλημένοι σάκκους.
ΑπΙΑ-4. ούτοι εισίν αι δύο ελαίαι και αι δύο λυχνίαι αι ενώπιον του Κυρίου της γης εστώσαι.
ΑπΙΑ-5. και ει τις αυτούς θέλει αδικήσαι, πυρ εκπορεύεται εκ του στόματος αυτών και κατεσθίει τους εχθρούς αυτών. και ει τις θέλει αυτούς αδικήσαι, ούτω δει αυτόν αποκτανθήναι.
ΑπΙΑ-6. ούτοι έχουσιν εξουσίαν τον ουρανόν κλείσαι, ίνα μη υετός βρέχη τας ημέρας της προφητείας αυτών, και εξουσίαν έχουσιν επί των υδάτων στρέφειν αυτά εις αίμα και πατάξαι την γην εν πάση πληγή, οσάκις εάν θελήσωσι.
ΑπΙΑ-7. και όταν τελέσωσι την μαρτυρίαν αυτών, το θηρίον το αναβαίνον εκ της αβύσσου ποιήσει μετ’ αυτών πόλεμον και νικήσει αυτούς και αποκτενεί αυτούς.
ΑπΙΑ-8. και το πτώμα αυτών επί της πλατείας της πόλεως της μεγάλης, ήτις καλείται πνευματικώς Σόδομα και Αίγυπτος, όπου και ο Κύριος αυτών εσταυρώθη.
ΑπΙΑ-9. και βλέπουσιν εκ των λαών και φυλών και γλωσσών και εθνών το πτώμα αυτών ημέρας τρεις και ήμισυ, και τα πτώματα αυτών ουκ αφήσουσι τεθήναι εις μνήμα.
ΑπΙΑ-10. και οι κατοικούντες επί της γης χαίρουσιν επ’ αυτοίς, και ευφρανθήσονται και δώρα πέμψουσιν αλλήλοις, ότι ούτοι οι δύο προφήται εβασάνισαν τους κατοικούντας επί της γης.
ΑπΙΑ-11. και μετά τας τρεις ημέρας και ήμισυ, πνεύμα ζωής εκ του Θεού εισήλθεν εις αυτούς, και έστησαν επί τους πόδας αυτών, και φόβος μέγας επέπεσεν επί τους θεωρούντας αυτούς.
ΑπΙΑ-12. και ήκουσα φωνήν μεγάλην εκ του ουρανού λέγουσαν αυτοίς. ανάβητε ώδε. και ανέβησαν εις τον ουρανόν εν τη νεφέλη, και εθεώρησαν αυτούς οι εχθροί αυτών.
ΑπΙΑ-13. Και εν εκείνη τη ημέρα εγένετο σεισμός μέγας, και το δέκατον της πόλεως έπεσε, και απεκτάνθησαν εν τω σεισμώ ονόματα ανθρώπων χιλιάδες επτά, και οι λοιποί έμφοβοι εγένοντο και έδωκαν δόξαν τω Θεώ του ουρανού.
ΑπΙΑ-14. Η ουαί η δευτέρα απήλθεν. η ουαί η τρίτη ιδού έρχεται ταχύ.
ΑπΙΑ-15. Και ο έβδομος άγγελος εσάλπισε. και εγένοντο φωναί μεγάλαι εν τω ουρανώ λέγουσαι. εγένετο η βασιλεία του κόσμου του Κυρίου ημών και του Χριστού αυτού, και βασιλεύσει εις τους αιώνας των αιώνων.
ΑπΙΑ-16. και οι είκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι οι ενώπιον του θρόνου του Θεού, οι κάθηνται επί τους θρόνους αυτών, έπεσαν επί τα πρόσωπα αυτών και προσεκύνησαν τω Θεώ
ΑπΙΑ-17. λέγοντες. ευχαριστούμεν σοι, Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ότι είληφας την δύναμιν σου την μεγάλην και εβασίλευσας,
ΑπΙΑ-18. και τα έθνη ωργίσθησαν, και ήλθεν η οργή σου και ο καιρός των εθνών κριθήναι και δούναι τον μισθόν τοις δούλοις σου τοις προφήταις και τοις αγίοις τοις φοβουμένοις το όνομα σου, τοις μικροίς και τοις μεγάλοις, και διαφθείραι τους διαφθείροντας την γην.
ΑπΙΑ-19. Και ηνοίγη ο ναός του Θεού ο εν τω ουρανώ, και ώφθη η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου εν τω ναώ αυτού, και εγένοντο αστραπαί και φωναί και βρονταί και σεισμός και χάλαζα μεγάλη.

Κεφάλαιον ΙΒ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΒ-1. Και σημείον μέγα ώφθη εν τω ουρανώ, γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον, και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής, και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα,
ΑπΙΒ-2. και εν γαστρί έχουσα έκραζεν ωδίνουσα και βασανιζομένη τεκείν.
ΑπΙΒ-3. και ώφθη άλλο σημείον εν τω ουρανώ, και ιδού δράκων πυρρός μέγας, έχων κεφαλάς επτά και κέρατα δέκα, και επί τας κεφαλάς αυτού επτά διαδήματα,
ΑπΙΒ-4. και η ουρά αυτού σύρει το τρίτον των αστέρων του ουρανού, και έβαλεν αυτούς εις την γην. και ο δράκων έστηκεν ενώπιον της γυναικός της μελλούσης τεκείν, ίνα, όταν τέκη, το τέκνον αυτής καταφάγη.
ΑπΙΒ-5. και έτεκεν υιόν άρρενα, ος μέλλει ποιμαίνειν πάντα τα έθνη εν ράβδω σιδηρά. και ηρπάσθη το τέκνον αυτής προς τον Θεόν και προς τον θρόνον αυτού.
ΑπΙΒ-6. και η γυνή έφυγεν εις την έρημον, όπου έχει εκεί τόπον ητοιμασμένον από του Θεού, ίνα εκεί τρέφωσιν αυτήν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα.
ΑπΙΒ-7. Και εγένετο πόλεμος εν τω ουρανώ. ο Μιχαήλ και οι άγγελοι αυτού -- του πολεμήσαι μετά του δράκοντος. και ο δράκων επολέμησε και οι άγγελοι αυτού,
ΑπΙΒ-8. και ουκ ίσχυσεν, ουδέ τόπος ευρέθη αυτώ έτι εν τω ουρανώ.
ΑπΙΒ-9. και εβλήθη ο δράκων, -- ο όφις ο μέγας ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην, εβλήθη εις την γην, και οι άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν.
ΑπΙΒ-10. και ήκουσα φωνήν μεγάλην εν τω ουρανώ λέγουσαν. άρτι εγένετο η σωτηρία και η δύναμις και η βασιλεία του Θεού ημών. και η εξουσία του Χριστού αυτού, ότι εβλήθη ο κατήγορος των αδελφών ημών, ο κατηγορών αυτών ενώπιον του Θεού ημών ημέρας και νυκτός.
ΑπΙΒ-11. και αυτοί ενίκησαν αυτόν δια το αίμα του αρνίου και δια τον λόγον της μαρτυρίας αυτών, και ουκ ηγάπησαν την ψυχήν αυτών άχρι θανάτου.
ΑπΙΒ-12. δια τούτο ευφραίνεσθε ουρανοί και οι εν αυτοίς σκηνούντες. ουαί την γην και την θάλασσαν, ότι κατέβη ο διάβολος προς υμάς έχων θυμόν μέγαν, ειδώς ότι ολίγον καιρόν έχει.
ΑπΙΒ-13. Και ότε είδεν ο δράκων ότι εβλήθη εις την γην, εδίωξε την γυναίκα ήτις έτεκε τον άρρενα.
ΑπΙΒ-14. και εδόθησαν τη γυναικί δύο πτέρυγες του αετού του μεγάλου, ίνα πέτηται εις την έρημον εις τον τόπον αυτής, όπως τρέφηται εκεί καιρόν και καιρούς και ήμισυ καιρού από προσώπου του όφεως.
ΑπΙΒ-15. και έβαλεν ο όφις εκ του στόματος αυτού οπίσω της γυναικός ύδωρ ως ποταμόν, ίνα αυτήν ποταμοφόρητον ποιήση.
ΑπΙΒ-16. και εβοήθησεν η γη τη γυναικί, και ήνοιξεν η γη το στόμα αυτής και κατέπιε τον ποταμόν ον έβαλεν ο δράκων εκ του στόματος αυτού.
ΑπΙΒ-17. και ωργίσθη ο δράκων επί τη γυναικί, και απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά των λοιπών του σπέρματος αυτής, των τηρούντων τας εντολάς του Θεού και εχόντων την μαρτυρίαν Ιησού.

Κεφάλαιον ΙΓ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΓ-1. Και εστάθην επί την άμμον της θαλάσσης. και είδον εκ της θαλάσσης θηρίον αναβαίνον, έχον κέρατα δέκα και κεφαλάς επτά, και επί των κεράτων αυτού δέκα διαδήματα, και επί τας κεφαλάς αυτού ονόματα βλασφημίας.
ΑπΙΓ-2. και το θηρίον ο είδον ην όμοιον παρδάλει, και οι πόδες αυτού ως άρκου, και το στόμα αυτού ως στόμα λέοντος. και έδωκεν αυτώ ο δράκων την δύναμιν αυτού και τον θρόνον αυτού και εξουσίαν μεγάλην. --
ΑπΙΓ-3. και μίαν εκ των κεφαλών αυτού ως εσφαγμένην εις θάνατον. και η πληγή του θανάτου αυτού εθεραπεύθη, και εθαύμασεν όλη η γη οπίσω του θηρίου,
ΑπΙΓ-4. και προσεκύνησαν τω δράκοντι τω δεδωκότι την εξουσίαν τω θηρίω, και προσεκύνησαν τω θηρίω λέγοντες. τις όμοιος τω θηρίω; τις δύναται πολεμήσαι μετ’ αυτού;
ΑπΙΓ-5. και εδόθη αυτώ στόμα λαλούν μεγάλα και βλασφημίαν. και εδόθη αυτώ εξουσίαν πόλεμον ποιήσαι μήνας τεσσαράκοντα δύο.
ΑπΙΓ-6. και ήνοιξε το στόμα αυτού εις βλασφημίαν προς τον Θεόν, βλασφημήσαι το όνομα αυτού και την σκηνήν αυτού, τους εν τω ουρανώ σκηνούντας,
ΑπΙΓ-7. και εδόθη αυτώ πόλεμον ποιήσαι μετά των αγίων και νικήσαι αυτούς, και εδόθη αυτώ εξουσία επί πάσαν φυλήν και λαόν και γλώσσαν και έθνος.
ΑπΙΓ-8. και προσκυνήσουσιν αυτόν πάντες οι κατοικούντες επί της γης, ων ου γέγραπται το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου.
ΑπΙΓ-9. Ει τις έχει ους, ακουσάτω.
ΑπΙΓ-10. ει τις εις αιχμαλωσίαν απάγει, εις αιχμαλωσίαν υπάγει. ει τις εν μαχαίρα αποκτέννει, δει αυτόν εν μαχαίρα αποκτανθήναι. ώδε εστίν η υπομονή και η πίστις των αγίων.
ΑπΙΓ-11. Και είδον άλλο θηρίον αναβαίνον εκ της γης, και είχε κέρατα δύο όμοια αρνίω, και ελάλει ως δράκων.
ΑπΙΓ-12. και την εξουσίαν του πρώτου θηρίου πάσαν ποιεί ενώπιον αυτού. και ποιεί την γην και τους εν αυτή κατοικούντας ίνα προσκυνήσωσι το θηρίον το πρώτον, ου εθεραπεύθη η πληγή του θανάτου αυτού.
ΑπΙΓ-13. και ποιεί σημεία μεγάλα, και πυρ ίνα εκ του ουρανού καταβαίνη εις την γην ενώπιον των ανθρώπων.
ΑπΙΓ-14. και πλανά τους κατοικούντας επί της γης δια τα σημεία α εδόθη αυτώ ποιήσαι ενώπιον του θηρίου, λέγων τοις κατοικούσιν επί της γης ποιήσαι εικόνα τω θηρίω, ος είχε την πληγήν της μαχαίρας και έζησε.
ΑπΙΓ-15. και εδόθη αυτώ πνεύμα δούναι τη εικόνι του θηρίου, ίνα και λαλήση η εικών του θηρίου και ποιήση, όσοι εάν μη προσκυνήσωσι τη εικόνι του θηρίου, ίνα αποκτανθώσι.
ΑπΙΓ-16. και ποιεί πάντας, τους μικρούς και τους μεγάλους, και τους πλουσίους και τους πτωχούς, και τους ελευθέρους και τους δούλους, ίνα δώσωσιν αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς ή επί των μετώπων αυτών,
ΑπΙΓ-17. και ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι ει μη ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου ή τον αριθμόν του ονόματος αυτού.
ΑπΙΓ-18. Ώδε η σοφία εστίν. ο έχων νουν ψηφισάτω τον αριθμόν του θηρίου. αριθμός γαρ ανθρώπου εστί. και ο αριθμός αυτού χξστ’.

Κεφάλαιον ΙΔ΄.
Εν τω τελευταίω κεφαλαίω συνεχίζεται η περιγραφή της μακαρίας ζωής των πολιτών της νέας Ιερουσαλήμ και από του στίχου 6 επακολουθεί ο επίλογος του βιβλίου, εν τω οποίω επικυρούται το όλον περιεχόμενον αυτού δια φωνής αγγελικής και παρεμβάλλεται παραγγελία και υπόσχεσις του Ιησού Χριστού, εν τέλει δε και νέα προειδοποίησις αυτού περί της ταχείας ελεύσεως του.
ΑπΙΔ-1. Και είδον, και ιδού το αρνίον εστηκός επί το όρος Σιών, και μετ’ αυτού εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, έχουσαι το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών.
ΑπΙΔ-2. και ήκουσα φωνήν εκ του ουρανού ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντής μεγάλης. και η φωνή ην ήκουσα, ως κιθαρωδών κιθαριζόντων εν ταις κιθάραις αυτών.
ΑπΙΔ-3. και άδουσιν ωδήν καινήν ενώπιον του θρόνου και ενώπιον των τεσσάρων ζώων και των πρεσβυτέρων. και ουδείς εδύνατο μαθείν την ωδήν ει μη αι εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, οι ηγορασμένοι από της γης.
ΑπΙΔ-4. ούτοι εισίν οι μετά γυναικών ουκ εμολύνθησαν. παρθένοι γαρ είσιν. ούτοι εισίν οι ακολουθούντες τω αρνίω όπου αν υπάγη. ούτοι ηγοράσθησαν από των ανθρώπων απαρχή τω Θεώ και τω αρνίω.
ΑπΙΔ-5. και ουχ ευρέθη ψεύδος εν τω στόματι αυτών. άμωμοι γαρ είσιν.
ΑπΙΔ-6. Και είδον άλλον άγγελον πετόμενον εν μεσουρανήματι, έχοντα ευαγγέλιον αιώνιον ευαγγελίσαι επί τους καθημένους επί της γης και επί παν έθνος και φυλήν και γλώσσαν και λαόν,
ΑπΙΔ-7. λέγων εν φωνή μεγάλη. φοβήθητε τον Κύριον και δότε αυτώ δόξαν, ότι ήλθεν η ώρα της κρίσεως αυτού, και προσκυνήσατε τω ποιήσαντι τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πηγάς υδάτων.
ΑπΙΔ-8. και άλλος δεύτερος άγγελος ηκολούθησε λέγων. έπεσεν, έπεσε Βαβυλών η μεγάλη, η εκ του οίνου του θυμού της πορνείας αυτής πεπότικε πάντα τα έθνη.
ΑπΙΔ-9. Και άλλος άγγελος τρίτος ηκολούθησεν αυτοίς λέγων εν φωνή μεγάλη. ει τις προσκυνεί το θηρίον και την εικόνα αυτού, και λαμβάνει το χάραγμα επί του μετώπου αυτού η επί την χείρα αυτού,
ΑπΙΔ-10. και αυτός πίεται εκ του οίνου του θυμού του Θεού του κεκερασμένου ακράτου εν τω ποτηρίω της οργής αυτού, και βασανισθήσεται εν πυρί και θείω ενώπιον των αγίων αγγέλων και ενώπιον του αρνίου.
ΑπΙΔ-11. και ο καπνός του βασανισμού αυτών εις αιώνας αιώνων αναβαίνει, και ουκ έχουσιν ανάπαυσιν ημέρας και νυκτός οι προσκυνούντες το θηρίον και την εικόνα αυτού, και ει τις λαμβάνει το χάραγμα του ονόματος αυτού.
ΑπΙΔ-12. Ώδε η υπομονή των αγίων εστίν, οι τηρούντες τας εντολάς του Θεού και την πίστιν Ιησού.
ΑπΙΔ-13. Και ήκουσα φωνής εκ του ουρανού λεγούσης. γράψον, μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι. ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών. τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών.
ΑπΙΔ-14. Και είδον, και ιδού νεφέλη λευκή, και επί την νεφέλην καθήμενος όμοιος υιώ ανθρώπου, έχων επί της κεφαλής αυτού στέφανον χρυσούν και εν τη χειρί αυτού δρέπανον οξύ.
ΑπΙΔ-15. Και άλλος άγγελος εξήλθεν εκ του ναού, κράζων εν φωνή μεγάλη τω καθημένω επί της νεφέλης. πέμψον το δρέπανον σου και θέρισον, ότι ήλθεν η ώρα του θερίσαι, ότι εξηράνθη ο θερισμός της γης.
ΑπΙΔ-16. και έβαλεν ο καθήμενος επί την νεφέλην το δρέπανον αυτού επί την γην, και εθερίσθη η γη.
ΑπΙΔ-17. Και άλλος άγγελος εξήλθεν εκ του ναού του εν τω ουρανώ, έχων και αυτός δρέπανον οξύ.
ΑπΙΔ-18. Και άλλος άγγελος εξήλθεν εκ του θυσιαστηρίου, έχων εξουσίαν επί του πυρός, και εφώνησε κραυγή μεγάλη τω έχοντι το δρέπανον το οξύ λέγων. πέμψον σου το δρέπανον το οξύ και τρύγησον τους βότρυας της αμπέλου της γης, ότι ήκμασεν η σταφυλή της γης.
ΑπΙΔ-19. και έβαλεν ο άγγελος το δρέπανον αυτού εις την γην, και ετρύγησε την άμπελον της γης, και έβαλεν εις την ληνόν του θυμού του Θεού την μεγάλην.
ΑπΙΔ-20. και επατήθη η ληνός έξω της πόλεως, και εξήλθεν αίμα εκ της ληνού άχρι των χαλινών των ίππων από σταδίων χιλίων εξακοσίων.

Κεφάλαιον ΙΕ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΕ-1. Και είδον άλλο σημείον εν τω ουρανώ μέγα και θαυμαστόν, αγγέλους επτά έχοντας πληγάς επτά τας εσχάτας, ότι εν αυταίς ετελέσθη ο θυμός του Θεού.
ΑπΙΕ-2. και είδον ως θάλασσαν υαλίνην μεμιγμένην πυρί, και τους νικώντας εκ του θηρίου και εκ της εικόνος αυτού και εκ του αριθμού του ονόματος αυτού εστώτας επί την θάλασσαν την υαλίνην, έχοντας τας κιθάρας του Θεού.
ΑπΙΕ-3. και άδουσι την ωδήν Μωϋσέως του δούλου του Θεού και την ωδήν του αρνίου λέγοντες. μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ. δίκαιαι και αληθιναί αι οδοί σου, ο βασιλεύς των εθνών.
ΑπΙΕ-4. τις ου μη φοβηθή, Κύριε, και δοξάση το όνομα σου; ότι μόνος όσιος, ότι πάντα τα έθνη ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιον σου, ότι τα δικαιώματα σου εφανερώθησαν.
ΑπΙΕ-5. Και μετά ταύτα είδον, και ηνοίγη ο ναός της σκηνής του μαρτυρίου εν τω ουρανώ,
ΑπΙΕ-6. και εξήλθον οι επτά άγγελοι οι έχοντες τας επτά πληγάς εκ του ναού, οι ήσαν ενδεδυμένοι λίνον καθαρόν λαμπρόν και περιεζωσμένοι περί τα στήθη ζώνας χρυσάς.
ΑπΙΕ-7. και εν εκ των τεσσάρων ζώων έδωκε τοις επτά αγγέλοις επτά φιάλας χρυσάς, γεμούσας του θυμού του Θεού του ζώντος εις τους αιώνας των αιώνων.
ΑπΙΕ-8. και εγεμίσθη ο ναός εκ του καπνού της δόξης του Θεού και εκ της δυνάμεως αυτού.
ΑπΙΕ-9. και ουδείς εδύνατο εισελθείν εις τον ναόν άχρι τελεσθώσιν αι επτά πληγαί των επτά αγγέλων.

Κεφάλαιον ΙΣΤ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΣΤ-1. Και ήκουσα μεγάλης φωνής εκ του ναού λεγούσης τοις επτά αγγέλοις. υπάγετε και εκχέατε τας επτά φιάλας του θυμού του Θεού εις την γην.
ΑπΙΣΤ-2. και απήλθεν ο πρώτος και εξέχεε την φιάλην αυτού εις την γην. και εγένετο έλκος κακόν και πονηρόν επί τους ανθρώπους τους έχοντας το χάραγμα του θηρίου και τους προσκυνούντας τη εικόνι αυτού.
ΑπΙΣΤ-3. Και ο δεύτερος άγγελος εξέχεε την φιάλην αυτού εις την θάλασσαν. και εγένετο αίμα ως νεκρού, και πάσα ψυχή ζώσα απέθανεν εν τη θαλάσση.
ΑπΙΣΤ-4. Και ο τρίτος εξέχεε την φιάλην αυτού εις τους ποταμούς και εις τας πηγάς των υδάτων. και εγένετο αίμα.
ΑπΙΣΤ-5. Και ήκουσα του αγγέλου των υδάτων λέγοντος. δίκαιος ει, ο ων και ο ην, ο όσιος, ότι ταύτα έκρινας.
ΑπΙΣΤ-6. ότι αίμα αγίων και προφητών εξέχεαν, και αίμα αυτοίς έδωκας πιείν. άξιοι εισί.
ΑπΙΣΤ-7. Και ήκουσα του θυσιαστηρίου λέγοντος. ναι, Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ, αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις σου.
ΑπΙΣΤ-8. Και ο τέταρτος εξέχεε την φιάλην αυτού, επί τον ήλιον. και εδόθη αυτώ καυματίσαι εν πυρί τους ανθρώπους.
ΑπΙΣΤ-9. και εκαυματίσθησαν οι άνθρωποι καύμα μέγα, και εβλασφήμησαν οι άνθρωποι το όνομα του Θεού του έχοντος εξουσίαν επί τας πληγάς ταύτας, και ου μετενόησαν δούναι αυτώ δόξαν.
ΑπΙΣΤ-10. Και ο πέμπτος εξέχεε την φιάλην αυτού επί τον θρόνον του θηρίου. και εγένετο η βασιλεία αυτού εσκοτωμένη, και εμασώντο τας γλώσσας αυτών εκ του πόνου,
ΑπΙΣΤ-11. και εβλασφήμησαν τον Θεόν του ουρανού εκ των πόνων αυτών και εκ των ελκών αυτών, και ου μετενόησαν εκ των έργων αυτών.
ΑπΙΣΤ-12. Και ο έκτος εξέχεε την φιάλην αυτού επί τον ποταμόν τον μέγα τον Ευφράτην. και εξηράνθη το ύδωρ αυτού, ίνα ετοιμασθή η οδός των βασιλέων των από ανατολής ηλίου.
ΑπΙΣΤ-13. Και είδον εκ του στόματος του δράκοντος και εκ του στόματος του θηρίου και εκ του στόματος του ψευδοπροφήτου πνεύματα τρία ακάθαρτα, ως βάτραχοι.
ΑπΙΣΤ-14. εισί γαρ πνεύματα δαιμονίων ποιούντα σημεία, α εκπορεύεται επί τους βασιλείς της οικουμένης όλης, συναγαγείν αυτούς εις τον πόλεμον της ημέρας εκείνης της μεγάλης του Θεού του παντοκράτορος.
ΑπΙΣΤ-15. Ιδού έρχομαι ως κλέπτης. μακάριος ο γρηγορών και τηρών τα ιμάτια αυτού, ίνα μη γυμνός περιπατή και βλέπωσι την ασχημοσύνην αυτού.
ΑπΙΣΤ-16. και συνήγαγεν αυτούς εις τον τόπον τον καλούμενον Εβραϊστί Αρμαγεδών.
ΑπΙΣΤ-17. Και ο έβδομος εξέχεε την φιάλην αυτού επί τον αέρα. και εξήλθε φωνή μεγάλη εκ του ναού του ουρανού από του θρόνου λέγουσα. γέγονε.
ΑπΙΣΤ-18. και εγένοντο αστραπαί και φωναί και βρονταί, και σεισμός εγένετο μέγας, οίος ουκ εγένετο αφ’ ου οι άνθρωποι εγένοντο επί της γης, τηλικούτος σεισμός ούτω μέγας.
ΑπΙΣΤ-19. και εγένετο η πόλις η μεγάλη εις τρία μέρη, και αι πόλεις των εθνών έπεσαν. και Βαβυλών η μεγάλη εμνήσθη ενώπιον του Θεού δούναι αυτή το ποτήριον του οίνου του θυμού της οργής αυτού.
ΑπΙΣΤ-20. και πάσα νήσος έφυγε, και όρη ουχ ευρέθησαν.
ΑπΙΣΤ-21. και χάλαζα μεγάλη ως ταλαντιαία καταβαίνει εκ του ουρανού επί τους ανθρώπους. και εβλασφήμησαν οι άνθρωποι τον Θεόν εκ της πληγής της χαλάζης, ότι μεγάλη εστίν η πληγή αύτη σφόδρα.

Κεφάλαιον ΙΖ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΖ-1. Και ήλθεν εις εκ των επτά αγγέλων των εχόντων τας επτά φιάλας, και ελάλησε μετ’ εμού λέγων. δεύρο δείξω σοι το κρίμα της πόρνης της μεγάλης της καθημένης επί υδάτων πολλών,
ΑπΙΖ-2. μεθ’ ης επόρνευσαν οι βασιλείς της γης, και εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην εκ του οίνου της πορνείας αυτής.
ΑπΙΖ-3. και απήνεγκε με εις έρημον εν πνεύματι. και είδον γυναίκα καθημένην επί το θηρίον το κόκκινον, γέμον ονόματα βλασφημίας, έχον κεφαλάς επτά και κέρατα δέκα.
ΑπΙΖ-4. και η γυνή ην περιβεβλημένη πορφυρούν και κόκκινον και κεχρυσωμένη χρυσίω και λίθω τιμίω και μαργαρίταις, έχουσα ποτήριον χρυσούν εν τη χειρί αυτής, γέμον βδελυγμάτων, και τα ακάθαρτα της πορνείας της γης,
ΑπΙΖ-5. και επί το μέτωπον αυτής όνομα γεγραμμένον. μυστήριον, Βαβυλών η μεγάλη, η μήτηρ των πορνών και των βδελυγμάτων της γης.
ΑπΙΖ-6. και είδον την γυναίκα μεθύουσαν εκ του αίματος των αγίων και εκ του αίματος των μαρτύρων Ιησού. και εθαύμασα ιδών αυτήν θαύμα μέγα.
ΑπΙΖ-7. Και είπε μοι ο άγγελος. διατί εθαύμασας; εγώ ερώ σοι το μυστήριον της γυναικός και του θηρίου του βαστάζοντος αυτήν, του έχοντος τας επτά κεφαλάς και τα δέκα κέρατα.
ΑπΙΖ-8. Το θηρίον ο είδες, ην και ουκ έστι, και μέλλει αναβαίνειν εκ της αβύσσου και εις απώλειαν υπάγειν. και θαυμάσονται οι κατοικούντες επί της γης, ων ου γέγραπται το όνομα επί το βιβλίον της ζωής από καταβολής κόσμου, βλεπόντων το θηρίον ότι ην, και ουκ έστι και παρέσται.
ΑπΙΖ-9. Ώδε ο νους ο έχων σοφίαν. οι επτά κεφαλαί όρη επτά είσιν, όπου η γυνή κάθηται επ’ αυτών,
ΑπΙΖ-10. και βασιλείς επτά είσιν. οι πέντε έπεσαν, ο εις έστιν, ο άλλος ούπω ήλθε, και όταν έλθη, ολίγον αυτόν δει μείναι.
ΑπΙΖ-11. και το θηρίον ο ην και ουκ έστι, και αυτός όγδοος εστί, και εκ των επτά έστι, και εις απώλειαν υπάγει.
ΑπΙΖ-12. και τα δέκα κέρατα α είδες δέκα βασιλείς είσιν, οίτινες βασιλείαν ούπω έλαβον, αλλ’ εξουσίαν ως βασιλείς μίαν ώραν λαμβάνουσι μετά του θηρίου.
ΑπΙΖ-13. ούτοι μίαν γνώμην έχουσι, και την δύναμιν και την εξουσίαν αυτών τω θηρίω διδόασιν.
ΑπΙΖ-14. ούτοι μετά του αρνίου πολεμήσουσι, και το αρνίον νικήσει αυτούς, ότι κύριος κυρίων εστί και βασιλεύς βασιλέων, και οι μετ’ αυτού κλητοί και εκλεκτοί και πιστοί.
ΑπΙΖ-15. Και λέγει μοι. τα ύδατα α είδες, ου η πόρνη κάθηται, λαοί και όχλοι εισί και έθνη και γλώσσαι.
ΑπΙΖ-16. και τα δέκα κέρατα α είδες και το θηρίον, ούτοι μισήσουσι την πόρνην και ηρημωμένην ποιήσουσιν αυτήν και γυμνήν, και τας σάρκας αυτής φάγονται, και αυτήν κατακαύσουσιν εν πυρί.
ΑπΙΖ-17. ο γαρ Θεός έδωκεν εις τας καρδίας αυτών ποιήσαι την γνώμην αυτού, και ποιήσαι μίαν γνώμην και δούναι την βασιλείαν αυτών τω θηρίω, άχρι τελεσθώσιν οι λόγοι του Θεού.
ΑπΙΖ-18. και η γυνή ην είδες έστιν η πόλις η μεγάλη η έχουσα βασιλείαν επί των βασιλέων της γης.

Κεφάλαιον ΙΗ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΗ-1. Μετά ταύτα είδον άλλον άγγελον καταβαίνοντα εκ του ουρανού, έχοντα εξουσίαν μεγάλην, και η γη εφωτίσθη εκ της δόξης αυτού,
ΑπΙΗ-2. και έκραξεν εν ισχυρά φωνή λέγων. έπεσεν, έπεσε Βαβυλών η μεγάλη, και εγένετο κατοικητήριον δαιμονίων και φυλακή παντός πνεύματος ακαθάρτου και φυλακή παντός ορνέου ακαθάρτου και μεμισημένου.
ΑπΙΗ-3. ότι εκ του οίνου του θυμού της πορνείας αυτής πέπωκαν πάντα τα έθνη, και οι βασιλείς της γης μετ’ αυτής επόρνευσαν, και οι έμποροι της γης εκ της δυνάμεως του στρήνους αυτής επλούτησαν.
ΑπΙΗ-4. Και ήκουσα άλλην φωνήν εκ του ουρανού λέγουσαν. έξελθε εξ αυτής ο λαός μου, ίνα μη συγκοινωνήσητε ταις αμαρτίαις αυτής, και ίνα εκ των πληγών αυτής μη λάβητε.
ΑπΙΗ-5. ότι εκολλήθησαν αυτής αι αμαρτίαι άχρι του ουρανού, και εμνημόνευσεν ο Θεός τα αδικήματα αυτής.
ΑπΙΗ-6. απόδοτε αυτή ως και αυτή απέδωκε, και διπλώσατε αυτή διπλά κατά τα έργα αυτής. εν τω ποτηρίω ω εκέρασε, κεράσατε αυτή διπλούν.
ΑπΙΗ-7. όσα εδόξασεν εαυτήν και εστρηνίασε, τοσούτον δότε αυτή βασανισμόν και πένθος. ότι εν τη καρδία αυτής λέγει, ότι κάθημαι καθώς βασίλισσα και χήρα ουκ ειμί και πένθος ου μη ίδω.
ΑπΙΗ-8. δια τούτο εν μιά ημέρα ήξουσιν αι πληγαί αυτής, θάνατος και πένθος και λιμός, και εν πυρί κατακαυθήσεται. ότι ισχυρός Κύριος ο Θεός ο κρίνας αυτήν.
ΑπΙΗ-9. και κλαύσουσιν αυτήν και κόψονται επ’ αυτή οι βασιλείς της γης οι μετ’ αυτής πορνεύσαντες και στρηνιάσαντες, όταν βλέπωσι τον καπνόν της πυρώσεως αυτής,
ΑπΙΗ-10. από μακρόθεν εστηκότες δια τον φόβον του βασανισμού αυτής, λέγοντες. ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη Βαβυλών, η πόλις η ισχυρά, ότι μιά ώρα ήλθεν η κρίσις σου.
ΑπΙΗ-11. και οι έμποροι της γης κλαύσουσι και πενθήσουσιν επ’ αυτή, ότι τον γόμον αυτών ουδείς αγοράζει ουκέτι,
ΑπΙΗ-12. γόμον χρυσού και αργύρου και λίθου τιμίου και μαργαρίτου, και βυσσίνου και πορφύρας και σηρικού και κοκκίνου, και παν ξύλον θύϊνον και παν σκεύος ελεφάντινον και παν σκεύος εκ ξύλου τιμιωτάτου και χαλκού και σιδήρου και μαρμάρου,
ΑπΙΗ-13. και κινάμωμον και άμωμον και θυμιάματα, και μύρον και λίβανον και οίνον και έλαιον και σεμίδαλιν και σίτον και κτήνη και πρόβατα, και ίππων και ρεδών και σωμάτων, και ψυχάς ανθρώπων.
ΑπΙΗ-14. και η οπώρα της επιθυμίας της ψυχής σου απώλετο από σου, και πάντα τα λιπαρά και τα λαμπρά απήλθεν από σου, και ουκέτι ου μη αυτά ευρήσεις.
ΑπΙΗ-15. οι έμποροι τούτων οι πλουτήσαντες απ’ αυτής, από μακρόθεν στήσονται δια τον φόβον του βασανισμού αυτής κλαίοντες και πενθούντες,
ΑπΙΗ-16. λέγοντες. ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη, η περιβεβλημένη βύσσινον και πορφυρούν και κόκκινον και κεχρυσωμένη εν χρυσίω και λίθω τιμίω και μαργαρίταις, ότι μιά ώρα ηρημώθη ο τοσούτος πλούτος.
ΑπΙΗ-17. και πας κυβερνήτης και πας ο επί τόπον πλέων, και ναύται και όσοι την θάλασσαν εργάζονται, από μακρόθεν έστησαν,
ΑπΙΗ-18. και έκραζον βλέποντες τον καπνόν της πυρώσεως αυτής, λέγοντες. τις ομοία τη πόλει τη μεγάλη;
ΑπΙΗ-19. και έβαλον χουν επί τας κεφαλάς αυτών και έκραζον κλαίοντες και πενθούντες, λέγοντες. ουαί ουαί, η πόλις η μεγάλη, εν η επλούτησαν πάντες οι έχοντες τα πλοία εν τη θαλάσση εκ της τιμιότητος αυτής. ότι μιά ώρα ηρημώθη.
ΑπΙΗ-20. Ευφραίνου επ’ αυτή, ουρανέ, και οι άγιοι και οι απόστολοι και οι προφήται, ότι έκρινεν ο Θεός το κρίμα υμών εξ αυτής.
ΑπΙΗ-21. Και ήρεν εις άγγελος ισχυρός λίθον ως μύλον μέγαν και έβαλεν εις την θάλασσαν λέγων. ούτως ορμήματι βληθήσεται Βαβυλών η μεγάλη πόλις, και ου μη ευρεθή έτι.
ΑπΙΗ-22. και φωνή κιθαρωδών και μουσικών και αυλητών και σαλπιστών ου μη ακουσθή εν σοι έτι, και πας τεχνίτης πάσης τέχνης ου μη ευρεθή εν σοι έτι, και φωνή μύλου ου μη ακουσθή εν σοι έτι,
ΑπΙΗ-23. και φως λύχνου ου μη φανή εν σοι έτι, και φωνή νυμφίου και νύμφης ου μη ακουσθή εν σοι έτι. ότι οι έμποροι σου ήσαν οι μεγιστάνες της γης, ότι εν τη φαρμακεία σου επλανήθησαν πάντα τα έθνη,
ΑπΙΗ-24. και εν αυτή αίματα προφητών και αγίων ευρέθη και πάντων των εσφαγμένων επί της γης.

Κεφάλαιον ΙΘ΄.
Σχόλιον
ΑπΙΘ-1. Μετά ταύτα ήκουσα ως φωνήν μεγάλην όχλου πολλού εν τω ουρανώ λεγόντων. αλληλούϊα. η σωτηρία και η δόξα και η δύναμις του Θεού ημών,
ΑπΙΘ-2. ότι αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις αυτού. ότι έκρινε την πόρνην την μεγάλην, ήτις διέφθειρε την γην εν τη πορνεία αυτής, και εξεδίκησε το αίμα των δούλων αυτού εκ χειρός αυτής.
ΑπΙΘ-3. και δεύτερον είρηκαν. αλληλούϊα. και ο καπνός αυτής αναβαίνει εις τους αιώνας των αιώνων.
ΑπΙΘ-4. και έπεσαν οι είκοσι και τέσσαρες πρεσβύτεροι και τα τέσσαρα ζώα και προσεκύνησαν τω Θεώ τω καθημένω επί τω θρόνω λέγοντες. αμήν, αλληλούϊα.
ΑπΙΘ-5. και φωνή από του θρόνου εξήλθε λέγουσα. αινείτε τον Θεόν ημών πάντες οι δούλοι αυτού και οι φοβούμενοι αυτόν, οι μικροί και οι μεγάλοι.
ΑπΙΘ-6. Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού και ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντών ισχυρών, λεγόντων. αλληλούϊα. ότι εβασίλευσε Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ.
ΑπΙΘ-7. χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν.
ΑπΙΘ-8. και εδόθη αυτή ίνα περιβάληται βύσσινον λαμπρόν καθαρόν. το γαρ βύσσινον τα δικαιώματα των αγίων εστί.
ΑπΙΘ-9. Και λέγει μοι. γράψον, μακάριοι οι εις το δείπνον του γάμου του αρνίου κεκλημένοι. και λέγει μοι. ούτοι οι λόγοι αληθινοί του Θεού είσι.
ΑπΙΘ-10. Και έπεσα έμπροσθεν των ποδών αυτού προσκυνήσαι αυτώ. και λέγει μοι. όρα μη. σύνδουλος σου ειμί και των αδελφών σου των εχόντων την μαρτυρίαν Ιησού. τω Θεώ προσκύνησον. η γαρ μαρτυρία του Ιησού έστι το πνεύμα της προφητείας.
ΑπΙΘ-11. Και είδον τον ουρανόν ανεωγμένον, και ιδού ίππος λευκός, και ο καθήμενος επ’ αυτόν, καλούμενος πιστός και αληθινός, και εν δικαιοσύνη κρίνει και πολεμεί.
ΑπΙΘ-12. οι δε οφθαλμοί αυτού ως φλοξ πυρός, και επί την κεφαλήν αυτού διαδήματα πολλά, έχων ονόματα γεγραμμένα, και όνομα γεγραμμένον ο ουδείς οίδεν ει μη αυτός,
ΑπΙΘ-13. και περιβεβλημένος ιμάτιον βεβαμμένον εν αίματι, και κέκληται το όνομα αυτού, ο λόγος του Θεού.
ΑπΙΘ-14. και τα στρατεύματα τα εν τω ουρανώ ηκολούθει αυτώ επί ίπποις λευκοίς, ενδεδυμένοι βύσσινον λευκόν καθαρόν.
ΑπΙΘ-15. και εκ του στόματος αυτού εκπορεύεται ρομφαία οξεία δίστομος, ίνα εν αυτή πατάσση τα έθνη. και αυτός ποιμανεί αυτούς εν ράβδω σιδηρά. και αυτός πατεί την ληνόν του οίνου του θυμού της οργής του Θεού του παντοκράτορος.
ΑπΙΘ-16. και έχει επί το ιμάτιον και επί τον μηρόν αυτού όνομα γεγραμμένον, βασιλεύς βασιλέων και κύριος κυρίων.
ΑπΙΘ-17. Και είδον ένα άγγελον εστώτα εν τω ηλίω, και έκραξεν εν φωνή μεγάλη λέγων πάσι τοις ορνέοις τοις πετομένοις εν μεσουρανήματι. δεύτε συνάχθητε εις το δείπνον το μέγα του Θεού,
ΑπΙΘ-18. ίνα φάγητε σάρκας βασιλέων και σάρκας χιλιάρχων και σάρκας ισχυρών και σάρκας ίππων και των καθημένων επ’ αυτών, και σάρκας πάντων ελευθέρων τε και δούλων, και μικρών τε και μεγάλων.
ΑπΙΘ-19. Και είδον το θηρίον και τους βασιλείς της γης και τα στρατεύματα αυτών συνηγμένα ποιήσαι τον πόλεμον μετά του καθημένου επί του ίππου και μετά του στρατεύματος αυτού.
ΑπΙΘ-20. και επιάσθη το θηρίον και ο μετ’ αυτού ψευδοπροφήτης ο ποιήσας τα σημεία ενώπιον αυτού, εν οις επλάνησε τους λαβόντας το χάραγμα του θηρίου και τους προσκυνούντας τη εικόνι αυτού. ζώντες εβλήθησαν οι δύο εις την λίμνην του πυρός την καιομένην εν θείω.
ΑπΙΘ-21. και οι λοιποί απεκτάνθησαν εν τη ρομφαία του καθημένου επί του ίππου, τη εξελθούση εκ του στόματος αυτού. και πάντα τα όρνεα εχορτάσθησαν εκ των σαρκών αυτών.

Κεφάλαιον Κ΄.
Σχόλιον
ΑπΚ-1. Και είδον άγγελον καταβαίνοντα εκ του ουρανού, έχοντα την κλειν της αβύσσου και άλυσιν μεγάλην επί την χείρα αυτού.
ΑπΚ-2. και εκράτησε τον δράκοντα, τον όφιν τον αρχαίον, ος έστι Διάβολος και ο Σατανάς ο πλανών την οικουμένην, και έδησεν αυτόν χίλια έτη,
ΑπΚ-3. και έβαλεν αυτόν εις την άβυσσον, και έκλεισε και εσφράγισεν επάνω αυτού, ίνα μη πλανά έτι τα έθνη, άχρι τελεσθή τα χίλια έτη. μετά ταύτα δει αυτόν λυθήναι μικρόν χρόνον.
ΑπΚ-4. Και είδον θρόνους, και εκάθισαν επ’ αυτούς, και κρίμα εδόθη αυτοίς, και τας ψυχάς των πεπελεκισμένων δια την μαρτυρίαν Ιησού και δια τον λόγον του Θεού, και οίτινες ου προσεκύνησαν το θηρίον ούτε την εικόνα αυτού, και ουκ έλαβον το χάραγμα επί το μέτωπον αυτών και επί την χείρα αυτών. και έζησαν και εβασίλευσαν μετά του Χριστού χίλια έτη.
ΑπΚ-5. και οι λοιποί των νεκρών ουκ έζησαν έως τελεσθή τα χίλια έτη. αύτη η ανάστασις η πρώτη.
ΑπΚ-6. μακάριος και άγιος ο έχων μέρος εν τη αναστάσει τη πρώτη. επί τούτων ο δεύτερος θάνατος ουκ έχει εξουσίαν, αλλ’ έσονται ιερείς του Θεού και του Χριστού, και βασιλεύσουσι μετ’ αυτού χίλια έτη.
ΑπΚ-7. Και όταν τελεσθή τα χίλια έτη, λυθήσεται ο σατανάς εκ της φυλακής αυτού,
ΑπΚ-8. και εξελεύσεται πλανήσαι τα έθνη τα εν ταις τέσσαρσι γωνίαις της γης, τον Γώγ και τον Μαγώγ, συναγαγείν αυτούς εις τον πόλεμον, ων ο αριθμός αυτών ως η άμμος της θαλάσσης.
ΑπΚ-9. και ανέβησαν επί το πλάτος της γης, και εκύκλευσαν την παρεμβολήν των αγίων και την πόλιν την ηγαπημένην. και κατέβη πυρ εκ του ουρανού από του Θεού και κατέφαγεν αυτούς.
ΑπΚ-10. και ο διάβολος ο πλανών αυτούς εβλήθη εις την λίμνην του πυρός και του θείου, όπου και το θηρίον και ο ψευδοπροφήτης, και βασανισθήσονται ημέρας και νυκτός εις τους αιώνας των αιώνων.
ΑπΚ-11. Και είδον θρόνον μέγαν λευκόν και τον καθήμενον επ’ αυτώ, ου από προσώπου έφυγεν η γη και ο ουρανός, και τόπος ουχ ευρέθη αυτοίς.
ΑπΚ-12. και είδον τους νεκρούς, τους μεγάλους και τους μικρούς, εστώτας ενώπιον του θρόνου, και βιβλία ηνοίχθησαν. και άλλο βιβλίον ηνοίχθη, ο έστι της ζωής. και εκρίθησαν οι νεκροί εκ των γεγραμμένων εν τοις βιβλίοις κατά τα έργα αυτών.
ΑπΚ-13. και έδωκεν η θάλασσα τους νεκρούς τους εν αυτή, και ο θάνατος και ο άδης έδωκαν τους νεκρούς τους εν αυτοίς, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών.
ΑπΚ-14. και ο θάνατος και ο άδης εβλήθησαν εις την λίμνην του πυρός. ούτος ο θάνατος ο δεύτερος εστίν.
ΑπΚ-15. και ει τις ουχ ευρέθη εν τη βίβλω της ζωής γεγραμμένος, εβλήθη εις την λίμνην του πυρός.

Κεφάλαιον ΚΑ΄.
Σχόλιον
ΑπΚΑ-1. Και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν. ο γαρ πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλθον, και η θάλασσα ουκ έστιν έτι.
ΑπΚΑ-2. και την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ καινήν είδον καταβαίνουσαν εκ του ουρανού από του Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής.
ΑπΚΑ-3. και ήκουσα φωνής μεγάλης εκ του ουρανού λεγούσης. ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και σκηνώσει μετ’ αυτών, και αυτοί λαός αυτού έσονται, και αυτός ο Θεός μετ’ αυτών έσται,
ΑπΚΑ-4. και εξαλείψει απ’ αυτών ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι. ότι τα πρώτα απήλθον.
ΑπΚΑ-5. και είπεν ο καθήμενος επί τω θρόνω. ιδού καινά ποιώ πάντα. και λέγει μοι. γράψον, ότι ούτοι οι λόγοι πιστοί και αληθινοί είσι.
ΑπΚΑ-6. και είπε μοι. γέγονεν. εγώ το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος. εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν.
ΑπΚΑ-7. ο νικών, έσται αυτώ ταύτα, και έσομαι αυτώ Θεός και αυτός έσται μοι υιός.
ΑπΚΑ-8. τοις δε δειλοίς και απίστοις και εβδελυγμένοις και φονεύσι και πόρνοις και φαρμακοίς και ειδωλολάτραις και πάσι τοις ψευδέσι το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω, ο έστιν ο θάνατος ο δεύτερος.
ΑπΚΑ-9. Και ήλθεν εις των επτά αγγέλων των εχόντων τας επτά φιάλας τας γεμούσας των επτά πληγών των εσχάτων, και ελάλησε μετ’ εμού λέγων. δεύρο δείξω σοι την νύμφην την γυναίκα του αρνίου.
ΑπΚΑ-10. και απήνεγκε με εν πνεύματι επ’ όρος μέγα και υψηλόν, και έδειξε μοι την πόλιν την αγίαν Ιερουσαλήμ καταβαίνουσαν εκ του ουρανού από του Θεού,
ΑπΚΑ-11. έχουσαν την δόξαν του Θεού. ο φωστήρ αυτής όμοιος λίθω τιμιωτάτω, ως λίθω ιάσπιδι κρυσταλλίζοντι.
ΑπΚΑ-12. έχουσα τείχος μέγα και υψηλόν, έχουσα πυλώνας δώδεκα, και επί τοις πυλώσιν αγγέλους δώδεκα, και ονόματα επιγεγραμμένα, α έστιν ονόματα των δώδεκα φυλών των υιών Ισραήλ.
ΑπΚΑ-13. απ’ ανατολών πυλώνες τρεις, και από βορρά πυλώνες τρεις, και από νότου πυλώνες τρεις, και από δυσμών πυλώνες τρεις.
ΑπΚΑ-14. και το τείχος της πόλεως έχον θεμελίους δώδεκα, και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του αρνίου.
ΑπΚΑ-15. Και ο λαλών μετ’ εμού είχε μέτρον κάλαμον χρυσούν, ίνα μετρήση την πόλιν και τους πυλώνας αυτής και το τείχος αυτής.
ΑπΚΑ-16. και η πόλις τετράγωνος κείται, και το μήκος αυτής όσον και το πλάτος. και εμέτρησε την πόλιν εν τω καλάμω επί σταδίους δώδεκα χιλιάδων. το μήκος και το πλάτος και το ύψος αυτής ίσα εστί.
ΑπΚΑ-17. και εμέτρησε το τείχος αυτής εκατόν τεσσαράκοντα τεσσάρων πηχών, μέτρον ανθρώπου, ο έστιν αγγέλου.
ΑπΚΑ-18. και ην η ενδόμησις του τείχους αυτής ίασπις, και η πόλις χρυσίον καθαρόν, όμοιον υάλω καθαρώ.
ΑπΚΑ-19. οι θεμέλιοι του τείχους της πόλεως παντί λίθω τιμίω κεκοσμημένοι. ο θεμέλιος ο πρώτος ίασπις, ο δεύτερος σάπφειρος, ο τρίτος χαλκηδών, ο τέταρτος σμάραγδος,
ΑπΚΑ-20. ο πέμπτος σαρδόνυξ, ο έκτος σάρδιον, ο έβδομος χρυσόλιθος, ο όγδοος βήρυλλος, ο ένατος τοπάζιον, ο δέκατος χρυσόπρασος, ο ενδέκατος υάκινθος, ο δωδέκατος αμέθυστος.
ΑπΚΑ-21. και οι δώδεκα πυλώνες δώδεκα μαργαρίται. ανά εις έκαστος των πυλώνων ην εξ ενός μαργαρίτου. και η πλατεία της πόλεως χρυσίον καθαρόν ως ύαλος διαυγής.
ΑπΚΑ-22. Και ναόν ουκ είδον εν αυτή. ο γαρ Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ ναός αυτής έστι, και το αρνίον.
ΑπΚΑ-23. και η πόλις ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης ίνα φαίνωσιν αυτή. η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής το αρνίον.
ΑπΚΑ-24. και περιπατήσουσι τα έθνη δια του φωτός αυτής, και οι βασιλείς της γης φέρουσι την δόξαν και την τιμήν αυτών εις αυτήν,
ΑπΚΑ-25. και οι πυλώνες αυτής ου μη κλεισθώσιν ημέρας. νυξ γαρ ουκ έσται εκεί.
ΑπΚΑ-26. και οίσουσι την δόξαν και την τιμήν των εθνών εις αυτήν.
ΑπΚΑ-27. και ου μη εισέλθη εις αυτήν παν κοινόν και ο ποιών βδέλυγμα και ψεύδος, ει μη οι γεγραμμένοι εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου.

Κεφάλαιον ΚΒ΄.
Σχόλιον
ΑπΚΒ-1. Και έδειξε μοι ποταμόν ύδατος ζωής λαμπρόν ως κρύσταλλον, εκπορευόμενον εκ του θρόνου του Θεού και του αρνίου.
ΑπΚΒ-2. εν μέσω της πλατείας αυτής και του ποταμού εντεύθεν και εκείθεν ξύλον ζωής, ποιούν καρπούς δώδεκα, κατά μήνα έκαστον αποδιδούν τον καρπόν αυτού, και τα φύλλα του ξύλου εις θεραπείαν των εθνών.
ΑπΚΒ-3. και παν κατάθεμα ουκ έσται έτι. και ο θρόνος του Θεού και του αρνίου εν αυτή έσται, και οι δούλοι αυτού λατρεύσουσιν αυτώ
ΑπΚΒ-4. και όψονται το πρόσωπον αυτού, και το όνομα αυτού επί των μετώπων αυτών.
ΑπΚΒ-5. και νυξ ουκ έσται έτι, και ου χρεία λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων.
ΑπΚΒ-6. Και λέγει μοι. ούτοι οι λόγοι πιστοί και αληθινοί, και Κύριος ο Θεός των πνευμάτων των προφητών απέστειλε τον άγγελον αυτού δείξαι τοις δούλοις αυτού α δει γενέσθαι εν τάχει.
ΑπΚΒ-7. και ιδού έρχομαι ταχύ. μακάριος ο τηρών τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου.
ΑπΚΒ-8. Καγώ Ιωάννης ο ακούων και βλέπων ταύτα. και ότε ήκουσα και έβλεψα, έπεσα προσκυνήσαι έμπροσθεν των ποδών του αγγέλου του δεικνύοντος μοι ταύτα.
ΑπΚΒ-9. και λέγει μοι. όρα μη. σύνδουλος σου ειμί και των αδελφών σου των προφητών και των τηρούντων τους λόγους του βιβλίου τούτου. τω Θεώ προσκύνησον.
ΑπΚΒ-10. Και λέγει μοι. μη σφραγίσης τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου. ο καιρός γαρ εγγύς έστιν.
ΑπΚΒ-11. ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθήτω έτι, και ο δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω έτι, και ο άγιος αγιασθήτω έτι.
ΑπΚΒ-12. Ιδού έρχομαι ταχύ, και ο μισθός μου μετ’ εμού, αποδούναι εκάστω ως το έργον έσται αυτού.
ΑπΚΒ-13. εγώ το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος.
ΑπΚΒ-14. Μακάριοι οι ποιούντες τας εντολάς αυτού, ίνα έσται η εξουσία αυτών επί το ξύλον της ζωής, και τοις πυλώσιν εισέλθωσιν εις την πόλιν.
ΑπΚΒ-15. έξω οι κύνες και οι φαρμακοί και οι πόρνοι και οι φονείς και οι ειδωλολάτραι και πας ο φιλών και ποιών ψεύδος.
ΑπΚΒ-16. Εγώ Ιησούς έπεμψα τον άγγελον μου μαρτυρήσαι υμίν ταύτα επί ταις εκκλησίαις. εγώ είμι η ρίζα και το γένος Δαυΐδ, ο αστήρ ο λαμπρός ο πρωϊνός.
ΑπΚΒ-17. Και το Πνεύμα και η νύμφη λέγουσιν. έρχου. και ο ακούων ειπάτω. έρχου. και ο διψών ερχέσθω, και ο θέλων λαβέτω ύδωρ ζωής δωρεάν.
ΑπΚΒ-18. Μαρτυρώ εγώ παντί τω ακούοντι τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου. εάν τις επιθή επί ταύτα, επιθήσει ο Θεός επ’ αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω.
ΑπΚΒ-19. και εάν τις αφέλη από των λόγων του βιβλίου της προφητείας ταύτης, αφελεί ο Θεός το μέρος αυτού από του ξύλου της ζωής και εκ της πόλεως της αγίας, των γεγραμμένων εν τω βιβλίω τούτω.
ΑπΚΒ-20. Λέγει ο μαρτυρών ταύτα. ναι έρχομαι ταχύ. αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού.
ΑπΚΒ-21. Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού μετά πάντων των αγίων. αμήν.-

~ **

Δεν υπάρχουν σχόλια: